2.550 μέρες άδολης αγάπης, η Διώνη, ένα Δώρο και ένα παλάτι…

Στις 6 Σεπτεμβρίου 2011 ώρα 9 το πρωί απέναντι από το Δημαρχείο της Αλεξάνδρειας σε ένα μέρος που ποτέ δεν είχα ξαναπάει και μετά από 20 μέρες συνεχούς αναζήτησης και πλήρους απογοήτευσης πως σίγουρα έχεις πεθάνει, ως εκ θαύματος επιτέλους σε βρήκα. Στην πιο δύσκολη ψυχολογικά στιγμή της ζωής μου. Τότε που όλα φάνταζαν ανυπέρβλητα εμπόδια, τότε που όλα έδειχναν να μην έχουν ουσία. Μέσα στο πένθος μου, μέσα στη μοναξιά μου, μέσα στον θυμό μου.

Όχι όμως αγέρωχη έτσι όπως σε γνώρισα, πριν λίγους μήνες που εμφανίστηκες μπροστά μου τόσο ξαφνικά και πριν χτυπηθείς από αυτοκίνητο και σε χάσω. Μα τόσο αδύναμη και ανήμπορη. Διαλυμένη και ετοιμοθάνατη. Μέσα σε μια λίμνη αίματος να αιμορραγείς από το λαιμό και την ουρά και να μη μπορείς να κουνήσεις τα πόδια σου. Στην είσοδο μιας πολυκατοικίας ώρες μάλλον αβοήθητη χωρίς λίγο νερό. Να βιώνεις την κατάντια αυτού του κόσμου από την αδιαφορία του. Τρέμω ολόκληρη ακόμη και σήμερα στη σκέψη για το πόσες ώρες ήσουν αβοήθητη εκεί, δεν μπορώ να συγκρατήσω τους λυγμούς μου στη σκέψη για τις σκέψεις που έκανες, ίδιες με όλες εκείνες που κάνουν όλες οι Διώνες του κόσμου. Όλες εκείνες που ενώ έχουν τόση ζωή μπροστά τους φτάνουν να εκλιπαρούν για τον θάνατό τους, για να πάψουν να πονάνε.

Γράφει για την ιστοσελίδα «Ιστορίες Αδέσποτων» η Κατερίνα Παπαποστόλου, Εκπαιδευτικός και Εκπαιδεύτρια σκύλων, Συγγραφέας και Δημιουργός της ομάδας Ζω.Ε.Σ.

Με τόσους ανθρώπους γύρω σου και μάλιστα εκπαιδευτικούς χωρίς καν να κοιτούν. Να πίνουν τον καφέ τους και να τρώνε το πρωινό τους. Σε μια μέρα ενός σχολικού σεμιναρίου για πρώτη γραφή και ανάγνωση. Να πάρουν αυτοί όλοι τα παιδιά από το χέρι να τους μάθουν να επιβιώνουν σε έναν κόσμο με όπλο την αγάπη; Πώς; Αδιαφορώντας στο αυτονόητο; Να τα βοηθήσεις όλα σίγουρα δεν μπορείς, αλλά μην προσπερνάς μια τέτοια καταδίκη, έναν θάνατο που εξελίσσεται ακριβώς μπροστά στα πόδια σου. Πόσο σκληρός μπορεί να γίνει ο κόσμος μάτια μου. Κλειστά μάτια και συνεχίζει, ενώ γύρω του υπάρχει τόση θλίψη. Σε δίποδα και τετράποδα. Δεν έχει ταυτότητα η αγάπη. Όπου μπορείς να βοηθάς. Αυτό υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μαθαίνω στα παιδιά στα σχολεία την πρώτη μέρα που μπήκα στο πανεπιστήμιο να σπουδάσω Δασκάλα. Και νομίζω πως κάτι κατάφερα…

 

 

Εκείνη τη μέρα που σε αντίκρισα έτσι, ανάμεσα στη φυγή και στην ευθύνη επέλεξα καταρχήν το χάδι. Δεν σε γνώρισα. Δεν ξεχώριζα καν το χρυσαφένιο χρώμα σου έτσι όπως ήσουν γεμάτη αίματα. Σου έδωσα νερό, φαγητό, με κοίταξες τότε στα μάτια με αυτό το διαπεραστικό βλέμμα σου και τότε κατάλαβα. Γονάτισα, σε αγκάλιασα, σου ψιθύρισα στο αυτί να μη φοβάσαι και έτσι γεμάτη αίματα και εγώ έτρεξα να φέρω να φέρω βοήθεια με δάκρυα ίσως και λίγης χαράς πως σε ξαναβρήκα! Πως έστω και έτσι ζεις.

Και ταυτόχρονα με λυγμούς απελπισίας πως είναι βέβαιος ο θάνατός σου. Αλλά όχι δεν θα σε άφηνα να ξεψυχήσεις έτσι μόνη και αβοήθητη στον δρόμο. Γύρισα λίγο πιο μετά και είχες ήδη φύγει. Πόσες ώρες αναζήτησης με τη δεύτερη μαμά σου. Και πού δεν σε αναζητήσαμε! Και κυρίως σε όλους τους κάδους σκουπιδιών…

Και κάποια στιγμή τα χαράματα αποκαμωμένη από τα κλάματα, κοίταξα ψηλά στον ουρανό, σε αποχαιρέτησα και κοιμήθηκα. Και ήρθες την επόμενη μέρα εσύ να με βρεις. Περπάτησες ετοιμοθάνατη τόσο δρόμο για να με βρεις. Το τι διαδικαστικό ακολούθησε, περιττές λεπτομέρειες που δεν έχουν σημασία.

 

 

Το μόνο που θυμάμαι είναι η δυνατή μουσική την ώρα που μεταφερόσουν αιμόφυρτη στον κτηνίατρο και η κραυγή μου του «ΖΗΣΕ ΕΣΥ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ. ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΕΣΥ ΜΟΝΟ ΖΗΣΕ…»

Και τότε σε ονόμασα Διώνη. Μη με ρωτάς γιατί σε βάφτισα Διώνη. Θεϊκή. Σε κείνον τον Θεό που μου πήρε τόσο ξαφνικά μια μάνα και μου χάρισε ελάχιστους μήνες μετά για πρώτη φορά μια τετράποδη «κόρη». Μαζί σου εκείνη τη μέρα έμαθα και κάθε μέρα μαθαίνω. Για τη ζωή που είναι μικρή και απρόβλεπτη. Πόσα μου διδάσκεις σε έναν αγώνα με άνισα θηρία. Με δράκους και με δαίμονες. Τους νίκησες. Αγάπη μου τους νίκησες! Με αυτό το βλοσυρό σου βλέμμα που κάθε στιγμή φωνάζει: «Μη λυγάς μάνα! Προχώρα κόντρα σε όλα τα εμπόδια. Η ζωή δεν περιμένει!».

Πόσα ευτυχώς σώζονται κάθε μέρα, πόσες θυσίες όλοι εκείνοι οι δίποδοι ήρωες, πόσες θλιβερές ιστορίες πολύ συχνά με άσχημο τέλος. Ανάμεσα στα εκατομμύρια που αργοπεθαίνουν όμως κάθε μέρα ελάχιστα δυστυχώς σώζονται.

 

 

Προσπάθησα με κάθε τρόπο για ένα μήνα να βρω μια οικογένεια να σε δώσω. Όχι από ανευθυνότητα γιατί ενώ σε έσωσα δεν ήθελα να σε κρατήσω, αλλά από υπευθυνότητα και έλλειψη αυτοπεποίθησης πως δεν μπορούσα να σου χαρίσω τη δεύτερη ζωή που σου άξιζε. Δεν είχα το χώρο και τον χρόνο. Και θύμωνα με την υπόσχεση μου να σε κάνω πριγκίπισσα. Ένιωθα τόσο αδύναμη, δεν μπορούσα. Και εσύ έδειχνες τόσο εύθραυστη. Ήθελες μόνιμα μια αγκαλιά. Και εγώ τότε….

Αυτό ακριβώς που σου άξιζε για όλα όσα είχες περάσει. Ένιωθα πως δεν το είχα να στο δώσω. Ανάμεσα στην απόφαση αυτή και στη μόνιμη διαμονή σου σ' ένα απρόσωπο καταφύγιο ζώων ή σε ένα ακατάλληλο σπίτι επέλεξα να ακολουθήσω την καρδιά, ενώ ο νους μου βροντοφώναζε «μην δένεσαι με έναν ακόμη σκύλο».

Και έτσι ήρθα και σε πήρα από εκείνο το «κολαστήριο» που αναγκάζεται να ζήσει κάθε αδέσποτο για την αποθεραπεία του λίγο πριν την επανένταξή του. «Δεν περπατάει σχεδόν καθόλου», μου είχαν πει. Και εσύ μόλις με είδες έτρεξες σαν αστραπή στην αγκαλιά μου. Και πέσαμε μαζί κάτω και τότε νομίζω για πρώτη φορά πως μου χαμογέλασες!

 

 

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και σε μετέφερα σε έναν παράδεισο που είχα φτιάξει για σένα στην αυλή μου. Και παράλληλα ξεκίνησα το ψάξιμο να σου βρω την καλύτερη οικογένεια! Είχα ήδη έναν γέρικο με πολλές απαιτήσεις σκύλο και πάρα πολλά αδέσποτα να φροντίζω.

Στις 17 Σεπτεμβρίου στις 11 π.μ. και μετά από ασταμάτητη αναζήτηση για την ιδανική λύση διαμονής σου, είχε βρεθεί μια οικογένεια προσωρινής φιλοξενίας και  έτσι σε μετέφερα εκεί. Σε κατέβασα από το αυτοκίνητο μα παρέμεινες εκεί χωρίς να περπατάς. Στάθηκες απέναντι μου με κοίταξες στα μάτια, διαπέρασες την ψυχή μου μιλώντας για αγάπη άδολη και μια ζωή γεμάτη εκπλήξεις, για το μεγαλύτερο δώρο και με λύγισες:

«Πάρε με μαζί σου για κείνο το κομμάτι ευτυχίας που σου λείπει. Δε θέλω να ζήσω μακριά σου. Μου χάρισες πίσω τη ζωή μου και έχω δικαίωμα να επιλέξω με ποιον θέλω να ζήσω και εγώ θέλω μόνο μαζί σου». Και έτσι φύγαμε. Ήρθαμε στο σπίτι, δοκιμάσαμε δύο μήνες τη διαμονή σου στην αυλή, αλλά επέμενες «Θέλω να ζήσω στο σπίτι μαζί σου».

 

 

Στις 20 Νοεμβρίου στις 3 μ.μ. η απαρχή της συμβίωσης με σένα, μια απόλυτα κακοποιημένη ψυχή. Με ένα βλέμμα τρομοκρατημένο που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί. Πόσα είχες περάσει και πώς αλήθεια θα ξεχνιόνταν όλα αυτά;

Που δεν ήξερες πώς να μαζέψεις τα σπασμένα κομμάτια σου, πώς να συμπεριφερθείς, που όλα σου ήταν άγνωστα, που φοβόσουν το άγγιγμα και το χάδι, που ήσουν κροτοφοβική, αλλεργική, φιλάσθενη, δεν ήθελες ανθρώπινη παρουσία γύρω σου, αυτοκίνητα, θορύβους. Δεν άντεχες την ίδια τη ζωή σου.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα ουρλιαχτά σου όταν είδες για πρώτη φορά αναμμένο το τζάκι. Τα ουρλιαχτά σου όταν με είδες για πρώτη φορά να ανάβω έναν αναπτήρα. Δυο μέρες κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι δίχως νερό.

 

 

Βδομάδες ολόκληρες να νιώθω μια μαριονέτα του ίδιου σου του φόβου. Που δεν ήξερα ποιο σκοινί να κουνήσω πρώτα. Έναν λαβύρινθο έβλεπα χωρίς διέξοδο διαφυγής. Δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα που ξύπνησα κατατρομαγμένη από το ουρλιαχτό σου.

Τις επισκέψεις στον κτηνίατρο, τις επιβεβαιώσεις πως σωματικά είσαι καλύτερα από ποτέ και πως τελικά είναι ψυχικός όλος αυτός ο πόνος. Δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα που ξεκίνησε να γράφεται το Δώρο. Που εσύ με τις κραυγές σου μιλούσες για τη ζωή σου και εγώ έγραφα.

Πάντα θα θυμάμαι τα βράδια που αποκοιμιόμουν κρατώντας σου το χέρι να μη φοβάσαι. Που ακουμπούσα το πρόσωπό σου στην καρδιά μου να την ακούς και μονάχα έτσι να κοιμάσαι. Πόσοι λυγμοί ψυχή μου. Και πόσα ουρλιαχτά τις νύχτες. Οι εφιάλτες σου.

 

 

Και έπειτα λένε πως οι σκύλοι δε νιώθουν. Πόσο καιρό έκανα αλήθεια να σε πείσω να σε αγκαλιάσω; Να μη φοβάσαι εκείνες τις δύσκολες νύχτες στο πάτωμα. Εγώ και εσύ στο πάτωμα. Να γίνομαι ένα με την κομματιασμένη ψυχή σου.

Έντεκα μήνες πολύ δύσκολοι. Μια κόλαση. Με μια προσωπική ζωή να πηγαίνει πίσω και εσένα να μην κάνεις βήματα μπροστά. Μια βόλτα, μια μέρα, όταν κατάφερα να σε πείσω να βγούμε από το σπίτι και μια επίθεση από μια αγέλη σκύλων. Κρίση πανικού, χίλια βήματα πίσω. Και μια καινούρια φοβία. Και η παραδοχή. ΜΟΝΗ ΜΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ.

Στις 25 Οκτωβρίου 2012 η Kynagon. Η αρχή της σωτηρίας σου και της νέας σου ζωής. Θετική εκπαίδευση, παραδοχή όλων των λαθών μου και μια τεράστια αγκαλιά για σένα. Επτά μήνες μαθημάτων, υπομονή, επιμονή, ένα βήμα μπροστά, συχνά δύο βήματα πίσω από τις καταστάσεις, αλλά και πάλι πολύ μπροστά.

 

 

Ανάμεσα τους ένας πυροβολισμός που τότε ανακαλύφθηκε, τρεις σφαίρες που αφαιρέθηκαν από το πόδι και μια ιατρική γνωμάτευση πως τελικά το μαχαίρι στο λαιμό σου έκλεψε και το ένα μάτι. Μικρό το κακό. Έχεις τα δικά μας μάτια!

Στις 6 Μαΐου 2013 εκπαίδευση στην Kynagon τέλος. Πόση αγάπη και ασφάλεια πήρες! Πώς μεταμορφώθηκες και πόσο άλλαξες.  Γυρίσαμε σπίτι και από εκείνη τη μέρα έπρεπε να παλέψουμε οι δυο μας. Ξέραμε τον τρόπο, τι έπρεπε να αποφύγουμε και σε τι έπρεπε να δώσουμε όλο μας το είναι. Και τότε μέσα μου τελειοποιήθηκε η ιδέα για τις  Ζω.Ε.Σ. και ένα όραμα που ήρθε η στιγμή να πραγματοποιηθεί. Το αποφάσισα. Για να σωθείς έπρεπε ό,τι περισσότερο φοβόσουν να προσπαθήσεις να το σώσεις.

Πώς; Αγαπώντας το. Τα παιδιά και να τα βοηθήσεις να μετατρέψουν την κλωτσιά σε φιλί! Ναι αυτό ήταν! Δράση λοιπόν!  Κοινωνικοποίηση με όσα φοβόσουν, σταδιακά, προσεκτικά, ακολουθώντας επιστημονικές συμβουλές, με χαμόγελο τη μέρα και πολύ κλάμα το βράδυ. Για τις αμφιβολίες μου αν θα τα καταφέρω. Να σου χαρίσω τη ζωή που αξίζεις. Μα επέμενα και ήθελα τόσο πολύ να σε κάνω πριγκίπισσα!

 

 

Νοέμβριος 2013. Άξελ και Πόθος να ζητάνε βοήθεια όπως πριν λίγα χρόνια εσύ. Σε κοίταξα και αυτό το «δε θα τα καταφέρω, αποκλείεται» γιγάντωσε τη δύναμη μου και άλλαξε την πορεία της ζωής μου. Θα γινόμουν το μέσο για να μπορώ να σε στηρίζω πάντα. Και εσύ ήδη είχες βιώσει τον θάνατο του καλύτερου σου φίλου, του Ορφέα! Εκείνου που σε είχε τόσο καλοδεχτεί στο σπίτι μας. Μάλλον είχε έρθει η ώρα να αποκτήσεις και πάλι παρέα! Και έτσι συναποφασίσαμε να τους υιοθετήσουμε!

Και τότε πήρα και την απόφαση να γίνω τελικά και εκπαιδεύτρια σκύλων με δύο σημαντικούς στόχους. Την αρμονική συμβίωση μέσα στο σπίτι όλων μας και τις Ζω.Ε.Σ με σας ως μελλοντικούς σκύλους για όλα τα σχολεία! Να γυρίσουμε όλη την Ελλάδα μαζί! Να γυρίσουμε μαζί όλο τον κόσμο. Αυτό ήθελα!

Και έτσι μια νύχτα του Γενάρη του 2015 μέσα από πολλά εμπόδια οι Ζω.Ε.Σ δημιουργήθηκαν και εσύ ήσουν εκεί πανέτοιμη ψυχολογικά να με στηρίξεις και να «μιλήσεις» με το βλέμμα στην πρώτη μας ενημέρωση σε μαθητές Λυκείου για την αγάπη την αληθινή που τα πάντα νικάει.

 

 

Και στις 16 Μαΐου 2015 φορώντας και οι δύο το σήμα της δεύτερης οικογένειας σου, κρατώντας από το χέρι τον Άξελ και τον Πόθο, αποφοιτήσαμε! Και εγώ να μιλώ με συγκίνηση για σας και το όραμα μου. Με περηφάνια για σένα όχι για μένα.

Που τόλμησες και κατάφερες να αλλάξεις για τους ανθρώπους γνώμη. Που ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, δεν επέλεξες το θάνατο. Που με κοίταξες και από την πρώτη στιγμή με εμπιστεύτηκες να είμαι εγώ εκείνη που θα σου χαρίσω και πάλι ζωή. Για να με σώσεις και να μου δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία. Να μου χαρίσεις ένα μεγάλο δώρο.

Εσύ κορίτσι μου, εσύ δεν ήρθες στη ζωή μου τυχαία. Ήρθες να μου δείξεις πως ναι, υπάρχουν και πλάσματα με βλέμμα τόσο καθαρό, που χωρίς να μιλούν, χωρίς να κάνουν κάτι εξαιρετικό, χωρίς να ζητούν τίποτα, χαίρονται με το τίποτα και χαρίζουν απλόχερα τα πάντα. Που σιωπούν μαζί σου και παράλληλα ακούτε τους ίδιους ήχους. Που μένετε ώρες ατελείωτες στη σιωπή, γιατί τα λόγια της ψυχής δεν χρειάζονται να εκφράζονται με το στόμα.

 

 

Eίναι γοητευτικό ν' ακούς τη σιωπή μόνος. Με τα μάτια κλειστά και την ψυχή ορθάνοιχτη. Ωστόσο είναι μαγικό ν'ακούς τη σιωπή με κάποιον που σωπαίνει εξίσου ωραία. Eίναι ανείπωτα όμορφο να συναφουγκράζεσαι το άηχο με την αφή της ψυχής. Τι είναι άλλωστε ο λόγος; Με ένα βλέμμα, με ένα χαμόγελο, με τη λάμψη που από μέσα τους βγάζουν οι άδολες αθώες ψυχές.

Αλήθεια, πόσο όμορφη γίνεσαι αγάπη μου, όταν χαμογελάς… Δες τι θυμήθηκα τώρα! Τη Μάρω Βαμβουνάκη που μιλά για την καρδιά που γεμίζει με ελάχιστα και το απόσπασμα εκείνο που σου διάβαζα και με κοιτούσες και νόμιζα πως τα καταλάβαινες, εκείνο το βράδυ μετά το χειρουργείο στα πόδια.

«Από τις πιο ενοχλητικές φιλοσοφίες για μένα είναι εκείνο που διαρκώς επαναλαμβάνει: Ουδείς αναντικατάστατος. Μα πώς μπορούμε να το λέμε αυτό για πρόσωπα της ψυχής μας; Είναι δηλαδή αντικαταστάσιμη η μητέρα ή ο πατέρας μου; Που κάτι τέτοιες δύσκολες νύχτες είναι τόσο μακριά και τόσο συνάμα κοντά μου; 

Ο άλλος σε σημαδεύει βαθιά, σου κεντάει την καρδιά και τη ζωή για πάντα, ακριβώς γιατί είναι αναντικατάστατος. Μόνο οι μηχανές και κάποια αντικείμενα αντικαθίστανται με ανταλλακτικά και αν μπορείς να αντικαταστήσεις ένα πρόσωπο, μια ψυχή με την οποία δέθηκες, τότε απλά δεν το αγάπησες ποτέ, αλλά αγάπησες μονάχα την κατάσταση και αυτό το πρόσωπο έπαιζε κάποιον ψεύτικο ρόλο».

 

.

Σήμερα 6 Σεπτεμβρίου 2018 είναι τα γενέθλια σου και γίνεσαι 8 μάλλον χρονών. Και σβήνεις φέτος 7 κεράκια απελευθέρωσης από την κόλαση σου. Από τη μάχη με τον δράκο και τους δαίμονες. Και ζεις την δεύτερη ζωή σου.

Έχεις γράψει και εκδώσει το πρώτο σου βιβλίο, την αυτοβιογραφία σου, έχεις συναντήσει πάνω από 150.000 παιδιά, έχεις επισκεφθεί πάνω από 350 σχολεία και είσαι ήδη μια πριγκίπισσα μέσα στο δικό σου παλάτι. Ζεις τη ζωή στο έπακρο και κάθε μέρα αγωνιώ να σου χαρίσω πίσω όσα στερήθηκες.

Γιορτάζω σήμερα τη μέρα τότε που σε έσφιξα για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου και ξαναγεννήθηκες. Μακάρι να ήξερα την πραγματική ημερομηνία που γεννήθηκες. Πού, πώς, γιατί στο δρόμο έτσι βρέθηκες, τι πέρασες; Κορίτσι μου, τι πέρασες! Και κάθε λεπτό θέλω να είμαι σίγουρη πως έχεις ξεχάσει. Και δεν σταματώ να λυγάω στο μεγαλείο της ψυχής σου, μεγαλείο κάθε αδέσποτου σκύλου. Γιατί συγχώρεσες.

 

 

Είμαστε τάχα γραφικοί λένε όλοι εμείς οι φιλόζωοι. Σε εποχές που άνθρωποι πεινούν εμείς φροντίζουμε ζώα. Όλους αυτούς που γελούν με την τάχα ζωοφιλική «γραφικότητα» μου τους απομακρύνω πια. Έμαθα. Τη ζωή που έχουμε χρέος να τη σπαταλάμε μόνο για συγκινήσεις. Να κλαίμε με δάκρυα χαράς. Μόνο. Όπως εγώ τώρα που σου γράφω, ενώ σε βλέπω πόσο ήρεμα πλέον στην αγκαλιά μου κοιμάσαι. Ακούγοντας την καδιά μου. Πόσα μου έχεις μάθει, πριγκίπισσα μου.

Ήρθες και άλλαξες όλη τη ζωή μας. Μπορεί να μη λιγόστεψες τα καθημερινά προβλήματα μας, αλλά όλοι μαζί παρέα ως δεμένη οικογένεια τα περνάμε πια πιο ανώδυνα. Με ένα απλό χαρούμενο κούνημα της ουράς σου. Με το χαμόγελό σου! Με κείνο το ύφος σου το ατρόμητο, εκείνη την τόσο χαριτωμένη τελειομανία σου. Με κείνη την τόσο λατρευτή σοβαρότητα σου!

Αυτά τα εφτά κεράκια είναι της απελευθέρωσης σου. Από την άσχημη πλευρά του κόσμου. Η ζωή το ξέρω, υπήρξε σκληρή μαζί σου. Εύχομαι για λίγο μέχρι να σε συναντήσω. Όμως τα κατάφερες και παλεύεις σήμερα γερή και δυνατή για να μην υπάρξει άλλη Διώνη.

 

 

Και εγώ είμαι καλύτερος άνθρωπος από τη μέρα που σε συνάντησα και νιώθω πως ζω αλήθεια σε ένα σώμα με δύο ψυχές. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια σκέψη, ένας εαυτός. Δύο δεμένα σε ένα χέρια. Δυο καρδιές που χτυπούν ταυτόχρονα οι καρδιές μας.

Τι είμαστε άραγε τελικά; Άνθρωπος ή σκύλος; Και αν είμαστε άνθρωπος πόσο πονάμε για όσα βιώνει ένας αδέσποτος σκύλος και κυρίως για την μοναξιά και την αίσθηση του να γυρίζεις στους δρόμους και να νιώθεις περιττός και ανεπιθύμητος.

Και αν είμαστε σκύλος πώς βιώνουμε αυτή τη μετάβαση στην αληθινή ζωή. Πώς είναι να ζεις τελικά μέσα στην αγάπη και στην ασφάλεια; Πώς είναι να κρατάς το χέρι κάποιου και να μη φοβάσαι;

 

 

Όλοι έμαθαν πια την ιστορία μας. Μα κανείς δεν θα μάθει ποτέ εκείνους τους μυστικούς κοινούς περιπάτους μας. Εκείνες τις νύχτες με τα ουρλιαχτά σου, τους λυγμούς σου, τους τρόμους μου, την απελπισία μου και τις προσευχές να μη φοβάσαι.

Εκείνες τις νύχτες κοιτώντας σε με αγωνία αν αναπνέεις. Και κείνο το μητρικό φιλί για καληνύχτα κάθε νύχτα και το χάδι για κάθε καλημέρα. Εκείνες τις νύχτες που εσύ μιλούσες ασταμάτητα για τη ζωή σου και εγώ έγραφα. Με συγκίνηση, με χαρά, με αγωνία, με φόβο, με ελπίδα. Με δύναμη!

Και ποιος ξέρει εντέλει τι είναι η διάσωση ενός πλάσματος ψυχικά νεκρού αν ο ίδιος δεν τη ζήσει; Ποιος; Και τι σημαίνουν όλοι οι αγώνες; Και τι σημαίνει δεν κοιμάμαι ευτυχισμένη τα βράδια για εκείνο το πλάσμα που έξω μόνο του πονάει και δεν μπορώ πάντα να το σώσω. Πόσα γράφει η αγάπη ακόμα!

 

 

Το να κρατάς το χέρι ενός πλάσματος που έφτασε τόσο κοντά στον θάνατο και να μην το αφήσεις ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής του, έχοντας το νου σου πάντα σε εκείνο το κόντρα είναι εκεί ως κίνηση να σου υπενθυμίζει κάθε μέρα πως παραμένεις ακόμη Άνθρωπος ζωντανός. Αισθάνεσαι, βοηθάς, συμπονάς, αγαπάς!

Άλλο μου μισό, αγκαλιά μου, ομορφότερη και αθωότερη πλευρά του εαυτού μου. Κράτα με από το χέρι, για ένα μεγάλο όραμα, για ένα δώρο, για όλους τους άγνωστους δρόμους, για τη μεγάλη επιστροφή στο παλάτι και πάμε…..πλέον εγώ να μη φοβάμαι…..

Χρόνια πολλά Διώνη!!!