Ερμάκο μου, δεν υπάρχει μέρα που να μην σε σκέφτομαι...

Ήταν αρχές Οκτώβρη όταν σε πρωτοσυνάντησα σ' ένα από τα πιο τουριστικά μέρη της Χαλκιδικής που όταν φεύγει το καλοκαίρι ερημώνουν τα πάντα και μένουν μόνο σκιές φαντάσματα. Ένα απ' αυτά ήσουν κι εσύ. Εξασθενημένος, άρρωστος, περπατούσες με κόπο στην άκρη του κεντρικού δρόμου. Σκυφτός και δυστυχισμένος. Κάτοικοι του χωριού μου είπαν ότι είχες βγάλει το καλοκαίρι στο κάμπινγκ δίπλα στη θάλασσα όπου σε τάιζαν κάποιες αγγλίδες τουρίστριες. Όταν τέλειωσε το καλοκαίρι, τελείωσε και η τύχη σου.

Γράφει για τις "Ιστορίες Αδέσποτων" η Δέσποινα Αλατζά 

Με δυσκολία, γιατί ήσουν και κάποιας ηλικίας, ανέβηκες τη μεγάλη ανηφόρα και βγήκες στον κεντρικό δρόμο με την ελπίδα μήπως έβρισκες αποφάγια για να μπορέσεις να επιβιώσεις. Ήξερα αντικρίζοντας σε ότι έμπαινα σε μπελάδες. Όμως η συνείδηση μου δεν μου επέτρεπε να φύγω και να σε αφήσω σ' αυτή την κατάντια.

Εξάλλου το παρουσιαστικό σου μαρτυρούσε ότι στο παρελθόν ήσουν ένας σκύλος περήφανος και ρωμαλέος που κουβαλούσε όλα τα αρρενωπά χαρακτηριστικά της ράτσας του. Κάποιοι ασυνείδητοι σε πέταξαν στο δρόμο χωρίς να υπολογίζουν αν θα πονέσεις, αν θα υποφέρεις κι αν θα καταφέρεις να επιβιώσεις στην ηλικία που βρισκόσουν.

Η πρώτη μας συνάντηση 

Σταμάτησα και κατέβηκα από το αυτοκίνητο. Μόλις με είδες αγάπη μου, κούνησες δειλά την ουρά σου κι έκανες ένα βήμα πίσω. Ήταν ολοφάνερο ότι ήσουν κακοποιημένος και πολύ επιφυλακτικός. Όταν σου μίλησα έκανες ένα βήμα μπροστά. Μόλις πήγα να σε πλησιάσω έκανες ξανά πίσω. Σου ήταν δύσκολο να με εμπιστευτείς. Όμως το έβλεπα στα μάτια σου, ότι το ήθελες πολύ. Ότι διψούσες για χάδια και αγάπη.

Όταν με άφησες να σε αγγίξω, παραδόθηκες. Παρόλο που ήσουν πολύ αδύναμος είχες μεγάλη όρεξη για παιχνίδια. Σε πήρα στο αυτοκίνητο και πήγαμε στο σπίτι μου που απήχε ένα χιλιόμετρο πιο κάτω. Πήγαμε μαζί στη θάλασσα κι αμέσως άρχισες να σκάβεις και να παίζεις με τα κύματα.

 

 

Αποφάσισα να σε κρατήσω για να σε κάνω καλά και μετά να σε δώσω σ'  ένα καλό σπίτι. Έτσι ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Αμέσως σε πήγα στον κτηνίατρο. Η διάγνωση ήταν ερλιχίωση, λεϊσμανίωση και αλλεργική δερματίτιδα από ψύλλους. Το κορμάκι σου ήταν γεμάτο από δαύτους. Σ' είχαν καταφάει και σου έκαναν ένα σωρό πληγές. Αρχίσαμε αμέσως τις θεραπείες μ' ένα σωρό φάρμακα. Κάποια από αυτά ήταν ακριβά, αλλά δεν με ενδιέφερε. Προτεραιότητα μου ήταν να σε κάνω καλά και κυρίως από την λεϊσμανίωση που ήταν και τόσο σοβαρή ασθένεια.

Παρακαλούσα να γίνεις καλά 

Τον πρώτο καιρό σ' είχα στο μπαλκόνι. Δικαιολογούσα τον εαυτό μου ότι δεν σε ήθελα μέσα στο σπίτι γιατί είχες τη δερματοπάθεια. Όμως κατά βάθος δεν ήθελα να δεθώ μαζί σου και μετά να μην μπορώ να σε αποχωριστώ. Η συμπεριφορά σου ήταν άψογη. Καθόσουν με τις ώρες μόνος σου, με περίμενες καρτερικά να γυρίσω από την δουλειά. Δεν λέρωνες το χώρο σου, δεν έκανες ζημιές, δεν γαύγιζες παρόλο που ήσουν στο μπαλκόνι και είχες ερεθίσματα.

Κι εγώ σε φρόντιζα με αγάπη παρακαλώντας να γίνεις καλά και να κερδίσω το στοίχημα με τον εαυτό μου. Έπαιρνες καρτερικά όλα σου τα φάρμακα δίχως ούτε μία στιγμή να διαμαρτυρηθείς, να κάνεις πίσω, να με δυσκολέψεις. Μου είχες απόλυτη εμπιστοσύνη. Είχες βρει επιτέλους στα γεράματα σου έναν φύλακα άγγελο. Έναν άνθρωπο που επιτέλους νοιαζόταν για σένα και δεν ζητούσε τίποτα παρά μόνο να γίνεις καλά. Έτσι πέρασαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Το μπαλκόνι αποτελούσε πια παρελθόν.

Μαζί σου δεν φοβόμουν τίποτα 

Κοιμόσουν ευτυχισμένος στο στρωματάκι σου, δίπλα στο καλοριφέρ. Απολάμβανες συνεχώς τις αγκαλιές και τα φιλιά μου. Προσπαθούσα να σου δώσω ό,τι καλύτερο μπορούσα, όλα αυτά που είχες στερηθεί τόσα χρόνια. Αγάπη, στοργή, καλή τροφή, ασφάλεια. Εσύ τι μου έδινες; Τα πάντα.

Ήσουν ο καλύτερος μου φίλος. Ο φύλακας άγγελος μου. Κοντά μου σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Στις στιγμές μοναξιάς, στη χαρά και στη λύπη μου. Πάντα κοντά μου ο αγαπημένος μου Ερμής. Μαζί σου δεν φοβόμουν τίποτα.

 

 

Άφηνα τα πάντα ξεκλείδωτα, σπίτι και αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπει κάποιος μέσα στο σπίτι μου. Θα έπεφτες πάνω του να τον «κατασπαράξεις». Με πρόσεχες με νύχια και με δόντια. Παρέα πηγαίναμε στα πιο ερημικά μέρη, στα βουνά, χειμώνα - καλοκαίρι. Βόλτες τα μεσάνυχτα στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης χωρίς να φοβάμαι τίποτα. Μας έβλεπαν και μας καμάρωναν.

Κάποιοι ερχόντουσαν και μου έλεγαν ότι είσαι κούκλος κι εγώ από μέσα μου καμάρωνα. Καμάρωνα που με αγάπη και φροντίδα είχες μετατραπεί από καχεκτικός σε δυνατό και όμορφο σκυλί. Καμάρωνα που όταν χρειαζόταν με προστάτευες χωρίς να υπολογίζεις τίποτα. Όπως τότε στο βουνό, όταν στη μέση του πουθενά βρέθηκαν τρεις άγνωστοι άνδρες. Αμέσως μπήκες ανάμεσα μας και δεν τους άφηνες να κουνηθούν.

Είχες αστείρευτη ενέργεια παρόλο που ήσουν 8 χρονών. Κάθε φορά που με έβλεπες να ετοιμάζω το σάκο ήξερες ότι φεύγουμε. Και πάντα φρόντιζα να πηγαίνουμε εκδρομές σε διαφορετικά μέρη. Να βλέπουμε κάθε φορά διαφορετικά τοπία.

Όταν ετοίμαζα τα πράγματα για να περάσουμε το Σαββατοκύριακο στο σπίτι στη Χαλκιδική, χαλούσες τον κόσμο. Έτρεχες πέρα δώθε, γαύγιζες χαρούμενα. Ήξερες ότι εκεί θα έτρεχες ελεύθερα, θα έπαιζες με τα κύματα που τόσο σου άρεσε, θα πήγαινες πάνω - κάτω στο κτήμα, θα κουβαλούσες τα πιο μεγάλα ξύλα για να αποδείξεις ότι είσαι μάγκας.

Η ανεργία μας χτύπησε την πόρτα 

Μια μέρα ήρθαν τα δυσάρεστα νέα. Ήταν τότε που άρχισε η οικονομική κρίση και το ανθρώπινο δυναμικό αντιμετωπιζόταν σαν σκουπίδια από τους εργοδότες. Κι έτσι απολύθηκα. Έμεινα χωρίς δουλειά. Έψαχνα εναγωνίως για εργασία όμως δεν έβρισκα πουθενά. Τα έξοδα έτρεχαν και δεν θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα. Σε λίγο δεν θα μπορούσα ούτε την τροφή να σου αγοράσω. Έτσι αποφάσισα να κοιτάξω για εξωτερικό.

Είχα ευθύνη απέναντι σου. Ήταν σαν να είχα ένα μικρό παιδί. Έπρεπε να τα καταφέρω. Και τα κατάφερα! Βρήκα δουλειά στην Κύπρο. Πυρετός προετοιμασιών. Να ετοιμάσω τα πράγματα μου, να τακτοποιήσω εκκρεμότητες, να σου βγάλω διαβατήριο, να σου βάλω μικροτσίπ. Αγόρι μου, η τύχη σου ήταν να ταξιδέψεις και με αεροπλάνο! Σε όσους το έλεγα, μου απαντούσαν ότι είμαι τρελή. «Θα πάρεις και το θηρίο μαζί σου;» με ρωτούσαν και με κοιτούσαν απορημένοι. Ακόμη πιο απορημένη τους κοιτούσα εγώ που μου έκαναν τόσο ηλίθια ερώτηση.

Φύγαμε σαν κυνηγημένοι για την Κύπρο 

Την ώρα της απογείωσης δεν σταμάτησες λεπτό να γαυγίζεις. Καθόμουν ακριβώς από πάνω σου στην καμπίνα, χωμένη στις δικές μου σκέψεις. Φύγαμε σαν κυνηγημένοι και οι δύο για μια καινούργια και άγνωστη χώρα, για ένα καλύτερο αύριο. Η πατρίδα μας έδιωχνε κακήν κακώς. Τι θα μου έλειπε άραγε από την Ελλάδα; Την έβλεπα να απομακρύνεται από το παράθυρο μου και βούρκωναν τα μάτια μου. Δεν ένοιωθα τίποτα. Ήμουν μουδιασμένη. Στα 43 μου έφευγα από την πατρίδα μου γιατί δεν μου δινόταν καμία ευκαιρία. Τελείως προδομένη από ανθρώπους και καταστάσεις.

 

 

Η ζωή στην Κύπρο ήταν ήρεμη. Χωρίς εξάρσεις και τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες βραδιές μέναμε σπίτι παρέα. Εγώ διαβάζοντας και εσύ παίζοντας με το μπαλάκι σου ή ξαπλωμένος στο κρεβατάκι σου. Το δέσιμο μετά και από αυτό το ταξίδι γινόταν όλο και μεγαλύτερο.

Βραδιές που με έπιανε η απελπισία έπαιρνα το κεφάλι σου στην αγκαλιά μου και σε ρουφούσα ολόκληρο με τα φιλιά μου. Κι εσύ εκεί υπομονετικός και στοργικός, μου έδινες άπειρη αγάπη. Με δεχόσουν όπως ήμουν, χωρίς κριτική και χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ήσουν ο καλύτερος μου φίλος. Τα πρωινά ερχόσουν πάντα και με ξυπνούσες για να πάω στη δουλειά. Και τι γλυκό ξύπνημα που είχα! Έβαζες την μούρη σου στο λαιμό μου και καθόσουν εκεί όρθιος! Τα μεσημέρια με περίμενες υπομονετικά να έρθω να σε βγάλω βόλτα. Κι αν αργούσα στη δουλειά κρατιόσουν με τις ώρες.

Όταν ερχόμουν μετά σπίτι κι έβαζα ηλεκτρική σκούπα ήξερες ότι τώρα θα σου αφιέρωνα χρόνο και ότι δεν είχα άλλες υποχρεώσεις. Το σύνθημα ήταν η σκούπα. Μόλις την έβαζα τρελαινόσουν, χοροπηδούσες, έπαιζες με το μπαλάκι, έτρωγες. Κι εγώ ήμουν τόσο ευτυχισμένη που σε έβλεπα χαρούμενο.

Τα πρώτα σημάδια της αρρώστιας σου 

Ώσπου μία μέρα γυρνώντας από τη δουλειά βρήκα να έχεις κάνει κακά μέσα στο σπίτι. Παραξενεύτηκα γιατί ήσουν πολύ καθαρός και εγκρατής και σε μάλωσα. Δεν θα ξεχάσω το βλέμμα σου, λυπημένο, που με απογοήτευσες. Όσο περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο συχνά αυτό. Επιπλέον έβλεπα ότι είχες αρχίσει να περπατάς και πιο αργά. Υπέθεσα ότι είχες γεράσει κι άλλο, ήσουν περίπου 11 χρονών, και ότι είχες αρχίσει να τα χάνεις λίγο.

Τα νέα από τον κτηνίατρο δεν θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Εκφυλιστική μυελοπάθεια. Ανίατη ασθένεια που προοδευτικά χειροτερεύει. Ο κτηνίατρος μου έδωσε διάρκεια ζωής περίπου 6 μήνες.

Τα νέα με τσάκισαν. Ήξερα ότι έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Πώς όμως θα μπορούσα να προετοιμάσω τον εαυτό μου για το τέλος; Πώς μπορείς να δεχτείς ότι θα σου φύγει κάποιος που αγαπάς πολύ; Που σου κράτησε συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να σου ζητήσει τίποτα παρά μόνο αγάπη;

 

 

Μέρα με τη μέρα χειροτέρευες. Πλέον έκανες κακά και ούρα μέσα στο σπίτι. Μονίμως ήμουν με τη σφουγγαρίστρα στο χέρι. Οι στιγμές που έπαιρνα το λουρί και πεταγόσουν πάνω, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα σε παρακαλούσα να πάμε μία βόλτα. Η ψυχούλα σου ήθελε πολύ, όμως το σώμα σου δεν ανταποκρινόταν. Κι αν κατάφερνες να σηκωθείς από το στρώμα σου περπατούσες μετά βίας έξω. Όταν έπεφτες κάτω και με κοιτούσες παρακλητικά να σε σηκώσω, με έκανες κομμάτια.

Οι διακυμάνσεις σου με αποσυντόνιζαν. Τη μια μέρα ήσουν καλύτερα κι έτρωγες λαίμαργα και την αμέσως επόμενη δεν είχες όρεξη ούτε να σηκωθείς. Κι εκεί που ήλπιζα, απογοητευόμουν ξανά. Οι θεραπείες ενώ στην αρχή είχαν ανταπόκριση τώρα πια δεν είχαν καμία ουσία.

Η αρρώστια κυριολεκτικά σε έτρωγε.  Ήταν 18 Ιανουαρίου του 2013 όταν πήρα τη «μοιραία» απόφαση. Την πήρα μετά από πολύ σκέψη. Είχες χάσει πια το κέφι σου, τη ξενοιασιά σου, την αξιοπρέπεια σου. Αυτό ήθελα από σένα; Να σε έχω σχεδόν κατάκοιτο να με κοιτάζεις με λυπημένα μάτια; Να πίνεις τα ούρα σου από το στρες; Μου ήταν πολύ δύσκολο να σου χαρίσω το θάνατο όμως ήξερα ότι θα λυτρωνόσουν. Ότι επιτέλους θα τέλειωναν τα βάσανα για σένα και θα πήγαινες στη γειτονιά των αγγέλων μαζί με τόσα άλλα ζωάκια.

Η τελευταία μας βόλτα 

Οι τελευταίες στιγμές μέσα στη ψυχρή αίθουσα του κτηνιατρείου ήταν οδυνηρές. Δεν θα τις ξεπεράσω ποτέ, όμως δυστυχώς δεν είχα άλλη επιλογή. Ακόμα έχω ενοχές που σε πήγα εγώ η ίδια με το λουράκι στον κτηνίατρο λες και θα πηγαίναμε βόλτα. Την τελευταία μας βόλτα. Έφυγες από τη ζωή ήσυχα και ήρεμα. Σε χάιδευα μέχρι την τελευταία στιγμή.

Δεν έφυγα λεπτό από κοντά σου ούτε όταν ο κτηνίατρος μου είπε ότι καλύτερα θα ήταν να φύγω από την αίθουσα. Ήθελα να είμαι μέχρι το τέλος δίπλα σου και να σε φιλάω. Το ίδιο θα έκανες κι εσύ για μένα, είμαι σίγουρη. Δεν θα σε βγάλω ποτέ από την καρδιά μου, όσα χρόνια και να περάσουν, όποιο σκυλί κι αν πάρω αργότερα.

 

 

Μου έδωσες αγάπη και μόνο αγάπη. Για το μόνο που λυπάμαι είναι που δεν ήρθες νωρίτερα στη ζωή μου να περάσουμε ακόμα πιο πολλά χρόνια μαζί. Θα σ' αγαπώ για πάντα Ερμάκο μου. Ξέρω ότι εκεί που βρίσκεσαι είσαι γαλήνιος και ότι κάποια μέρα θα συναντηθούμε ξανά και τότε τίποτα δεν θα μας χωρίσει.

Θα ήθελα να τελειώσω μ' ένα απόσπασμα του Νικ. Βρεττάκου που αγγίζει τις καρδιές όσους έχασαν, πόνεσαν κι έκλαψαν για ένα ζώο: «όλα τα ζώα που κάποτε με συντρόφεψαν στη ζωή μου, που κοιταχτήκαμε ώρες ενώπιος ενωπίων στα μάτια, όταν γίνεται θλίψη, έρχονται από όλα τα σημεία του χρόνου, συνωστίζονται γύρω μου και όλα μαζί με ακολουθούν στο σκοτάδι, φέγγοντας μου το δρόμο της ερημιάς με τα μάτια τους».

Ερμάκο μου, δεν υπάρχει μέρα που να μην σε σκέφτομαι...