Το γράμμα της Ντόλυ Χατζημανώλη στη λατρεμένη της Ήρα

Δεκαέξι ετών ήταν η Ήρα όταν την υιοθέτησε η Ντόλυ Χατζημανώλη, εθελόντρια και μέλος του ΔΣ του Καταφυγίου Ζώων – Animal Refuge. Το ζευγάρι που την είχε την εγκατέλειψε όταν ήταν 14 ετών διότι αποφάσισε να αποκτήσει απόγονο και η Ήρα δεν χωρούσε πουθενά στα νέα σχέδια της «οικογένειας» της. Η δεύτερη κηδεμόνας της την εγκατέλειψε στα 16 της με τη δικαιολογία ότι αδυνατούσε πια να την κρατήσει.

Έτσι η Ήρα στη δύση της ζωής της κατέληξε  στο Καταφύγιο Ζώων – Animal Refuge. Το τι συνέβη μετά μας το περιγράφει στο γράμμα που έγραψε για το Ηράκι της η Ντόλυ Χατζημανώλη, θέλοντας ταυτόχρονα να στείλει το εξής μήνυμα: «Ανοίξτε το σπίτι και την καρδιά σας σ' ένα ηλικιωμένο ζώο. Έχει φάει τα χαστούκια της ζωής και ξέρει να εκτιμά την αγάπη, διότι δεν την θεωρεί δεδομένη. Γι’ αυτό και θα την ανταποδώσει στο πολλαπλάσιο. Δεν θα το μετανιώσετε ποτέ. Πιστέψτε με».

Γράφει η κα Ντόλυ Χατζημανώλη, εθελόντρια και μέλος του ΔΣ του Καταφυγίου Ζώων – Animal Refuge

Γεια σου Ηρούλα, Ηράκι, Ηρουρουλίτσα, Ηρουρού μου. Σου γράφω ένα γράμμα γιατί θέλω να σου πω μερικά πράγματα που δεν πρόλαβα να πω όσο σε είχα. Ή ίσως νόμιζα τότε πως δεν χρειαζόταν. Δεν ξέρω. Τώρα όμως νομίζω ήρθε η ώρα. Πρώτα από όλα σ' αγαπώ πολύ. Ήσουν το πρώτο αποκλειστικά δικό μου σκυλί, αλλά δεν ήταν αυτός βέβαια ο λόγος. Ήταν πολλοί άλλοι. Τους ξέρουμε εσύ κι εγώ. Έτσι δεν είναι;

Ο τρόπος που με έψαχνες παντού ή ο τρόπος που κοιμόσουν πάνω μου όταν κουραζόσουν ή ο τρόπος που κελαηδούσες σαν καναρινάκι μόλις πλησιάζαμε σπίτι μας και πήδαγες πρώτη από το αυτοκίνητο μη τυχόν και σε αφήσω πίσω και δεν σε πάρω μαζί. Κι  άλλοι τόσοι λόγοι, μικροί και μεγάλοι.

Ήσουν βέβαια κουραστικό σκυλί. Αααα το σωστό να λέγεται. Σ' αγαπώ - σ' αγαπώ αλλά ψέματα δεν μπορώ να πω. Δεν τολμούσα να κάνω βήμα και έκλαιγες υστερικά. Περίμενα να κοιμηθείς βαθιά για να πάω στο μπάνιο αλλά σ’ ένα λεπτό ξύπναγες. Έχωνες το κεφάλι στην πόρτα να βεβαιωθείς ότι είμαι εκεί. Και μετά συνέχιζες τον ύπνο σου στα κρύα πλακάκια. Δεν σ’ ένοιαζε. Αρκεί να έβλεπες τη μαμά σου.

Πουθενά δεν μπορούσα να πάω για πολύ ώρα. Όταν είχα δουλειά σε φόρτωνα στην άλλη σου μαμά, παρέα με τη φιλενάδα σου την Αϊνστάιν. Άλλη γκρινιάρα αυτή. Σου έκανε και μαθήματα πως να κουνάς το κεφάλι για να δίνεις έμφαση στο κλάμα. Παρατούσα φίλους κι έφευγα για να γυρίσω σπίτι γιατί θα γκρίνιαζες και θα στεναχωριόσουν. Μέχρι και τη συναυλία του Πασχαλίδη άφησα στη μέση για σένα βρε, τι άλλο να πω!

θυμάσαι πώς πήδαγες στον καναπέ για να βλέπεις καλύτερα από το παράθυρο πότε θα γυρίσω; Και δώστου να τινάζεις το κεφαλάκι σου πίσω με νεύρα, σαν καλή μαθήτρια της Αϊνστάιν και να κλαις. Όλοι ήξεραν πότε έφευγα και πότε γύριζα στο σπίτι από τις φωνές σου! Αλλά τι χαρά όταν τελικά γύριζα ε; Πω - πω χαρές και πανηγύρια, αλλά με τρόπο, μην πάρω και πολύ θάρρος.

Αμ το άλλο το παλαβό που έκανες; Μόλις λίγο δεν σε πρόσεχα, πήγαινες και γινόσουν λουκάνικο! Μπλεκόσουν σε ό,τι έβρισκες μπροστά σου και ειδικά στα αγαπημένα σου «χερούλια» από τις πλαστικές σακούλες. Ήρα. Το σκυλί Χουντίνι. Μόνο που εσύ δεν ήξερες μετά να λυθείς, αλλά δεν πειράζει. Είχες εμένα να σε ξεμπλέκω γελώντας. Ε και λίγο βρίζοντας.

 

 

Για να μη θυμηθώ τότε που έπεσες μέσα στο βόθρο και κόντεψα να δω τα ραδίκια ανάποδα μέχρι να σε πιάσω και να σε βγάλω. Ή τότε που την κοπάνησες από την πόρτα του καταφυγίου χωρίς να σε πάρει κανείς μας χαμπάρι και σε είδαμε ξαφνικά να έρχεσαι κουνιστή και λυγιστή από τα χωράφια. Ή όταν μου δάγκωνες το δάχτυλο όταν σου έδινα τυρί και δεν μπορούσαμε να σου ανοίξουμε το στόμα ούτε με βίντσι. Το ότι έχω ακόμα τον ίδιο αριθμό δαχτύλων είναι ένα θαύμα.

Μεταξύ μας Ήρα. Πολύ γερή κράση πρέπει να είχα τελικά για να αντέξω τέτοια καψόνια. Έτσι που λες, λοιπόν. Ήσουν πολύ κουραστικό σκυλί βρε παιδί μου. Άσε δε που όταν σε πρωτοείδα, δεν μου έκανες και καμιά τρομερή εντύπωση. Ούτε το κλικ που λένε, ούτε το κλακ, ούτε τίποτα. Βλέπεις εμένα τα σκυλιά που μου αρέσουν είναι τα μεγάλα, οι γνωστοί «κεφάλες».

Εσύ ήσουν ένα άσπρο και φουντωτό κανισάκι, λίγο στα χαμένα λόγω των 16 σου χρόνων και της αλλαγής περιβάλλοντος. Σε είχαν παρατήσει βλέπεις πρώτη φορά στα 14 σου χρόνια για να κάνουν…εξωσωματική και οι επόμενοι που σε πήραν σε άφησαν στα 16 διότι δεν μπορούσαν άλλο. Τότε ήρθες σε εμάς. Και δε βαριέσαι. Ας είναι καλά όλοι τους γιατί αν δεν ήταν αυτοί δεν θα είχαμε γνωριστεί ποτέ. Έτσι δεν είναι;

Θυμάσαι που σε είχα μόνο δύο εβδομάδες και σε άφησα στην πρώην μαμά σου για δυο μέρες; Σημασία δεν της έδωσες. Γύρναγες να με δεις που έφευγα κι όταν ήρθα να σε ξαναπάρω, την παράτησες στα σκαλιά κι έτρεχες να μπεις στο αυτοκίνητο. Τι χαρά που πήρα δεν ξέρεις. Αχ το ευχαριστήθηκα που την έγραψες κανονικά. Καλά της έκανες. Αμ πως μαντάμ, να μάθεις να μην μας παράταγες.

«Άντε καλά», είπα λοιπόν όταν ήρθες για πρώτη φορά στο καταφύγιο, «αφού εδώ δεν τρώει κι είναι λίγο πεσμένη, ας την πάρω για λίγο σπίτι μου (εδώ γελάμε) και μετά κάτι θα βρούμε και για αυτήν. Εγώ θέλω μεγάλο σκυλί. Τι να το κάνω το σαμιαμίδι (εδώ ξαναγελάμε). Άλλωστε πόσο θα ζήσει μωρέ (εδώ γελάμε για τρίτη φορά)».

Ναι καλά! Το λούστηκα κανονικά το κανισάκι. Τουμπεκί για να το δώσω αλλού κι έκανα όλα αυτά που ψιλοκορόιδευα. Και κοκαλάκια για τα μαλλιά αγοράσαμε και παλτουδάκια και σαμαράκια με καρδούλες. Ξεφτίλα εντελώς έγινα σε φίλους και γνωστούς.

Κι εσύ ως μια τετράποδη με λάμψη «Σαπουντζάκη» να καμαρώνεις στα 16, στα 17, στα 18, στα 19 και κάπου εκεί στα 20 παρά κάτι, έφτασαν και τα δύσκολα. Ούτε τον τραχανούλη σου με το κοτοπουλάκι έτρωγες πια, ούτε το τυράκι που τρελαινόσουν. Έπεφτες κι έπεφτες κι έπεφτες ώσπου σύντομα ήρθε το τέλος.

Και να 'μαστε τώρα. Εσύ να κοιμάσαι στον κήπο στο καταφύγιο, να έχεις πάει να βρεις τη φιλενάδα σου την Αϊνστάιν κι εγώ να σου γράφω αυτό το γράμμα να σου πω ότι παρόλα τα καψόνια σου εγώ πολύ σ' αγάπησα. Ελπίζω να το ήξερες και να μη με παρεξηγούσες όταν καμιά φορά σου φώναζα όταν έκανες τόση φασαρία. Τέτοια μωρέ είμαι εγώ. Στριμμένη. Αφού με ξέρεις. Ε; Εεε;

 

 

Περάσαμε καλά όμως αυτά τα τρία χρόνια, δεν μπορείς να πεις έτσι; Με τις αυτοκινητάδες μας, με τις Κυριακές μας στο καταφύγιο, με τα τυράκια μας. Πολλοί θα πουν «μακάρι πολλά ζωάκια να ζούσαν έτσι και να έφταναν τα χρόνια σου» και θα χουν φυσικά δίκιο.

Αλλά εμένα ποιος θα με ξυπνάει τώρα τα βράδια; Αυτό ποιός θα μου το πει; Κοίτα να δεις που φτάσαμε Ηράκι. Να λυπάμαι που θα κοιμάμαι χωρίς διακοπές κάθε μισή ώρα.

Σ' αφήνω τώρα. Έχεις κι εσύ πολλούς να δεις εκεί που είσαι. Πολλά χαιρετίσματα και φιλιά να δώσεις. Πρώτα - πρώτα βέβαια στη φιλενάδα σου την Αϊνστάιν. Πες της πως δεν την ξεχάσαμε. Ούτε κανένα από τα άλλα μας μικρά που φύγανε πριν από σένα. Δώσε σε όλα φιλιά και αγκαλιές. Τα πιο πολλά όμως κράτα τα για εκείνα τα κακόμοιρα που έφυγαν από δω χωρίς να προλάβουν να πάρουν την αγάπη που πήρατε εσείς και χωρίς να έχουν ποτέ ένα σπίτι κι έναν άνθρωπο δικό τους. Είχαν εμάς όλους, πες τους, κι ας μην το ήξεραν ποτέ...

Έχεις φιλιά κι από τον Ψι, τον Σάντος, την Κοραλία και το Λιζάκι. Μη στεναχωριέσαι, λένε, θα μου κάνουν αυτοί παρέα μέχρι να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί. Βέβαια κανείς τους δεν ξέρει να κάνει το καναρινάκι όπως εσύ αλλά ό,τι μπορούν κάνουν. Ο καθένας με τις χάρες του.

Αντίο Ηρούλα, Ηράκι, Ηρουρουλίτσα, Ηρουρού μου. Δεν θα πω Rest In Peace. Το θεωρώ δεδομένο για όλα εσάς τα αθώα πλάσματα αυτού του κόσμου ότι αναπαύεστε εν ειρήνη. Το έχετε κερδίσει με το σπαθί σας αφού μας ανέχεστε εμάς τους ανθρώπους και καταδέχεστε να μας αγαπάτε ακόμα κι αν δεν το αξίζουμε πάντα.

Αφιερωμένο στην Ήρα που ταξίδεψε στη Γειτονιά των Αγγέλων τον Ιούλιο του 2012