H Λούση της καρδιάς μου

Για τη Λούση της, την αρχόντισσα της, που ταξίδεψε στις 7 Μαρτίου του 2012 στη «Γειτονιά των Αγγέλων», στα δεκατέσσερα της χρόνια, μιλά με λόγια καρδιάς η κα Ελένη Παπαποστόλου και μοιράζεται μαζί μας την μοναδική αλήθεια της: «Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους, αλλά κανένας δεν με δίδαξε τόσα πολλά όσο εκείνη. Είναι ο λόγος που όλη η οικογένεια μας λατρεύει τα σκυλιά και στο όνομα της βοηθούμε ανήμπορα πλάσματα. Μας λείπει πολύ».

Γράφει η κα Ελένη Παπαποστόλου για τις "Ιστορίες Αδέσποτων"

Ήταν μια μέρα του Νοέμβρη του 1997, όταν μου είπαν στη δουλειά ότι έπρεπε να δω κάτι. Βγήκα στο διάδρομο και βρέθηκα μπροστά σε δυο ζευγάρια ματιά που με κοιτούσαν σοβαρά. Ήταν δυο μεγαλόσωμα κουτάβια που τα συνόδευε ένας κύριος. Μου λέει λοιπόν ότι η κόρη μου, ήθελε να πάρει ένα σκυλάκι και ότι εγώ έπρεπε να διαλέξω. Το πράγμα ήταν κανονισμένο και παρά τις αντιρρήσεις μου στο τέλος είπα καλά θα πάρουμε το θηλυκό. Η κόρη μου την πήγε στον κτηνίατρο και μετά της αγόρασε καλαθάκι και παιχνιδάκια, κάτι που με εξόργισε. Πού ακούστηκε να αγοράζουμε παιχνίδια στα σκυλιά!

Όλα άλλαξαν με τον ερχομό της

Όλο το βράδυ την έβγαλα στον καναπέ με το ένα χέρι επάνω της, γιατί μόλις το έπαιρνα έκλαιγε. Από τότε έγινα η μαμά της και αυτή το μικρότερο παιδί μου και το πιο ξεροκέφαλο. Την ονομάσαμε Λούση. Όλα άλλαξαν με τον ερχομό της. Δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσω από τη δουλειά και να πάω να τη δω. Την τάιζα στο στόμα και πάντα τα γεύματα ήταν σε καθορισμένη ώρα. Χαζομαμά με λίγα λόγια… Επειδή μέναμε πάνω από την επιχείρηση μας πολλές φορές έκανα μέρες να βγω έξω. Χάρη στη Λούση όμως άρχισα κι εγώ τις βόλτες. Είχαμε την τύχη να ζούμε σε ένα από τα πιο όμορφα μέρη της πόλης μας στη Γερμανία που λέγεται Παράδεισος. Και πώς να μην είναι άλλωστε, αφού περιτριγυρίζεται από κήπους και μικρά δάση. Ένα ιδανικό μέρος για περιπάτους. Και φυσικά αυτά τα ανακάλυψα με τη Λούση. Με κρύο, με χιόνι, με ζέστη εγώ κι η Λούση περπατούσαμε κάθε πρωί μέσα στον καθαρό αέρα. Έμαθα να αγαπάω τη φύση, όλες τις εποχές και αυτό το χρωστάω σε εκείνη. Έχω στο μυαλό μου φωτογραφίες από τις βόλτες μας σε διάφορες εποχές που είχα πει «Θεέ μου, σε ευχαριστώ που το ζω αυτό».

Φύλακας άγγελος

Η Λούση είχε πολύ δυνατό χαρακτήρα. Αν δεν της άρεσε η διαδρομή δεν προχωρούσε με τίποτα! Έπρεπε να αλλάξουμε πορεία. Όταν το φαγητό δεν ήταν της αρεσκείας της προσπαθούσε να το σκεπάσει τρίβοντας με νεύρα τη μουσούδα στο πάτωμα. Στο μαγαζί μας είχε τη θέση της μπροστά στο χώρο που δούλευα και δεν επέτρεπε σε άγνωστους να πλησιάσουν. Ο κάθε προμηθευτής έπρεπε να της δώσει κάτι πρώτα για να τον αφήσει να περάσει στα… ενδότερα. Όταν κάποιος ερχόταν στο σπίτι έπρεπε να της πούμε ότι «αυτός είναι καλός άνθρωπος, άφησε τον να περάσει». Δεν έπαυε όμως να τον παρακολουθεί. Μια μέρα κάποιος επισκέπτης είπε ότι μοιάζει με αρκούδα και αυτή του έδειξε τα δόντια της και του γρύλλισε.

Η τρέλα της με τ’ αμάξι

Η μεγάλη αγάπη της ήταν το αμάξι. Το φύλαγε σαν τα ματιά της. Κάθε μέρα έπρεπε να πάει βόλτα. Το ξεχώριζε ανάμεσα σε όλα τα άλλα. Όταν τη φέραμε πρώτη φορά στην Ελλάδα κοιμήθηκε τις δυο πρώτες βραδιές στο αυτοκίνητο. Φυσικά με τα παράθυρα ορθάνοιχτα. Δεν λέγαμε ποτέ μπροστά της τη λέξη «πάμε», γιατί μας περίμενε στην πόρτα έτοιμη να φύγουμε και χαλούσε τον κόσμο, αν δεν την παίρναμε μαζί μας! Ήταν φοβερά έξυπνη. Κάτι που το έλεγαν όλοι όσοι την γνώριζαν. Ακόμα και όσοι δεν αγαπούσαν τα σκυλιά ομολογούσαν ότι η Λούση είναι άνθρωπος και όχι ζώο.

Η αρρώστια της

Ήταν πάλι Νοέμβρης του 2011 όταν άρχισε να κουτσαίνει. Την πήγαμε στον κτηνίατρο και μας είπε ότι έχει καρκίνο στα κόκκαλα. Και το χειρότερο ότι έπρεπε άμεσα να γίνει ευθανασία μέσα σε δυο μέρες για να μην υποφέρει. Μας έκλεισε ραντεβού και μας έδωσε τηλέφωνα ανθρώπων που αναλαμβάνουν τα… υπόλοιπα. Μετά το σοκ και τα κλάματα που ρίξαμε αποφασίσαμε ότι δεν θα κάνουμε ευθανασία στη Λούση μας, γιατί μόνο κούτσαινε αλλά κατά τα άλλα έδειχνε μια φυσιολογική σκυλίτσα. Της δίναμε κορτιζόνη για τον πόνο και έτσι συνέχισε για τρεισήμισι μήνες.

Το χιόνι και τα χάδια

Εκείνο το χειμώνα δεν είχαμε πολλά χιόνια και παρακάλεσα να χιονίσει μια φορά μόνο και μόνο, γιατί η Λούση το λάτρευε το χιόνι και έκανε ανεπανάληπτες βουτιές. Έγινε και αυτό. Χιόνισε. Και η Λούση περνούσε ώρες στον κήπο παίζοντας με το χιόνι. Ποτέ δεν της άρεσαν τα πολλά χάδια. Αλλά τελευταία μας τα ζητούσε συνέχεια. Δυο μέρες πριν το μοιραίο έβγαλε από το στόμα της τα χαπάκια που της έδωσα και όταν προσπάθησα να της τα ξαναδώσω με κοίταξε πολύ - πολύ λυπημένη σαν να μου έλεγε «άσε». Δεν έβαζε ούτε νερό στο στόμα της για δυο μέρες.

Η τελευταία βόλτα μας

Την προ τελευταία ημέρα όσο και αν τη φώναζα δεν ήρθε για βόλτα με το αμάξι. Την επόμενη όμως ήρθε. Την βοήθησα να ανέβει και ήταν η στερνή φορά. Ο άντρας μου την πήρε αγκαλιά και την έβαλε στο κρεβάτι μας, όπως και το πρώτο βράδυ που ήρθε σπίτι μας. Την χάιδευα μέχρι που κοιμήθηκε... Τη θάψαμε στον κήπο μας. Στην αγαπημένη της θέση δίπλα στο ποτάμι κάτω από τη μεγάλη ιτιά. Ήταν 7 Μαρτίου του 2012. Από τότε που αρρώστησε δεν ξανά έπαιξε μουσική στο αυτοκίνητο μου.

Για τη Λούση μου

Η Λούση ήταν η Αρχόντισσα μας. Και στο βιβλίο της ζωής μου θα ήταν στις καλύτερες σελίδες του. Η θέση της στην καρδιά μου είναι δίπλα σ’ αυτή που έχουν τα παιδιά μου. Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους αλλά κανένας δεν με δίδαξε τόσα πολλά όσο εκείνη. Γι’ αυτό το λόγο δεν γυρίζω ποτέ το βλέμμα μου όταν συναντώ αδέσποτα στη χώρα μας,  γιατί ξέρω ότι το κάθε ένα από αυτά είναι ξεχωριστό και αξίζει κάτι καλύτερο…!!!