Η Ελένη Ανδρεαδάκη της «Ζωόφιλης Δράσης» θυμάται τον αλητάκο της Κουτσάφτη

Έχουν περάσει χρόνια από τότε και σίγουρα έχεις πεθάνει από γηρατειά. Δεν πέθανες ποτέ όμως στην καρδιά μου. Σε κουβαλάω μέσα μου ζωντανό, δυνατό, αυταρχικό, έτοιμο για όλα!

Γράφει για τις "Ιστορίες Αδέσποτων" η κα Ελένη Ανδρεαδάκη, μέλος του φιλοζωικού σωματείου «Ζωόφιλη Δράση» Ηρακλείου Κρήτης

Έτσι ήταν ο Κουτσάφτης, ο αδέσποτος γκριφονάκος που τριγυρνούσε μέρα και νύχτα στα στενοσόκακα της Αγίας Τριάδας στο Ηράκλειο Κρήτης.  Τον ονόμασα έτσι γιατί το ένα του αφτί ήταν μισό κομμένο και το άλλο ολόκληρο.

Ο αγαπημένος μου αδέσποτος ήταν πανέξυπνος και ήξερε τα πάντα. Επικοινωνούσε μαζί σου μόνο μ’ ένα νεύμα. Ήταν φίλος με όλους, γάτες, σκύλους ή ό,τι άλλο θέλεις. Δεν του άρεσε να κάνει  μπάνιο. Πλενόταν μόνο όταν ο θεός έβρεχε. Δεν του άρεσε ούτε το κούρεμα. Με το ζόρι καθόταν δεμένος για να του κόψω αυτές τις πλεξουδίτσες που μεγάλωναν πίσω από τ’ αυτιά του.

Έτσι ήταν ο Κουτσάφτης. Ελεύθερος χωρίς φιλαρέσκεια και εξαρτήσεις. Το γραφείο μου βρισκόταν επί της παραλιακής, απέναντι ακριβώς από το μουσείο Φυσικής Ιστορίας σήμερα, γιατί τότε ήταν τα γραφεία της ΔΕΗ. Εκεί ο Κουτσάφτης κάθε μέρα με περίμενε να ανοίξουμε μαζί και να καθίσει κοντά μου όσο αυτός ήθελε να κάνει παρέα με τις δικές μου δεσποζόμενες σκυλίτσες. Έτσι περνούσαμε αρκετές ώρες της ημέρας όλοι μαζί.

Όταν το γραφείο μου ήταν κλειστό ο Κουτσάφτης εξαφανιζόταν. Κανείς δεν τον έβλεπε. Μερικές φορές όταν δενόταν με κάποια αγέλη και περνούσε απέξω ποτέ δεν σταματούσε. Μου έριχνε μια λοξή ματιά ότι με αναγνωρίζει τάχα μου και καλά, και συνέχιζε ατάραχος την πορεία της αγέλης. Ήξερε όμως πότε έπρεπε να παρεμβαίνω. Όταν έβρισκε κάποιο κουτάβι ή κάποιο μικρότερο ή τραυματισμένο σκυλί μου το έφερνε στο γραφείο, λες και καταλάβαινε ότι το ζώο θέλει βοήθεια. Τι να πω. Ο Κουτσάφτης ήταν χαρισματικός, προστάτης και υπερασπιστής των αδυνάτων. Είχε σώσει όλα τα άρρωστα αδεσποτάκια της γειτονιάς του.

Ο Κουτσάφτης για κάμποσο καιρό μου έφερνε δυο μικρούλια μαυράκια αδελφάκια, που ήταν ολόιδια, και πολύ φοβικά. Δύσκολα πλησίαζαν και ποτέ δεν μ’ άφησαν να τα χαϊδέψω. Ευτυχώς είχαν τον Κουτσάφτη που ήταν πάντα μαζί του. Τρώγανε μαζί κι έφευγαν μαζί. Σαν να τα είχε υιοθετήσει ο Κουτσάφτης.

 Φύλακας άγγελος ο Κουτσάφτης  και στις δικές μου. Δεν άφηνε ποτέ να τις πλησιάσει άλλο σκυλί της γειτονιάς. Για τις σκυλίτσες μου υπήρχε μόνο αυτός. Όταν η όμορφη Μαλού μου, 7 μηνών τότε, βρισκόταν σε οίστρο, ερωτοτροπούσε μαζί του. Το τι μπουκάλια πλαστικά του πέταξα δεν λέγεται. Πόλεμος κηρύχτηκε ανάμεσά μας. Με τίποτα δεν μπορούσα να δεχτώ γιατί το έκανε αυτό στη Μαλού. Κόντεψα να τον «σκοτώσω» όταν άκουσα το σπλάχνο μου τη Μαλού να ουρλιάζει κι αυτός να μην υποχωρεί. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου.

Εκείνη την ώρα δεν τον πείραξα γιατί φοβήθηκα. Αλλά όταν κατέβηκε από τη Μαλού τον πέταξα στην κυριολεξία έξω από το γραφείο. Με κοίταζε σαν χαζό μην μπορώντας να καταλάβει την ηλίθια  συμπεριφορά μου. Αυτό που για ένα ζώο ήταν εντελώς φυσικό, για μένα ήταν το χειρότερο πράγμα στον κόσμο. Έκανε την Μαλού μου να πονέσει. Φοβερό. «Όχι δεν θα περάσει έτσι. Να μην ξαναπατήσει το πόδι του εδώ» μουρμούραγα συνέχεια.

Ο Κουτσάφτης έκανε αυτό που του υπαγόρευσε η φύση του. Εγώ όμως δεν μπορούσα να το καταλάβω τότε. Ερχόταν ο κακομοίρης μέχρι την πόρτα του γραφείου μου κι εγώ η άπονη να μην του ανοίγω κι εκείνος να φεύγει. Δεν μου κρατούσε όμως κακία και δεν με ξεχνούσε. Κάθε μέρα ήταν εκεί μέχρι που υπέκυψα. Η Μαλού αμέσως μετά το συμβάν μπήκε χειρουργείο και της έγινε στείρωση. Όταν ανέφερα την ιστορία στον κτηνίατρο εκείνος έβαλε τα γέλια!

 

 

Αμέτρητες είναι οι ιστορίες μου με τον Κουτσάφτη. Τα καλοκαίρια συνήθιζα με την παρέα μου να βγαίνω τα βράδια στις καφετέριες της παραλιακής για κάποιο ποτό. Τότε ήταν πολλές και πάντα γεμάτες κόσμο. Και πάντα και εντελώς ξαφνικά έπαιρνα είδηση τον Κουτσάφτη. Είτε να κάθεται φαρδύς πλατύς κάτω από την πολυθρόνα μου ή την ώρα που έφευγα κάποιος πάντα θα μου έλεγε «ένα σκυλί σας ακολουθεί». Κι εγώ να γυρίσω πίσω και να βλέπω τον Κουτσάφτη. Πώς κατάφερνε και με έβρισκε ενώ τον είχα αποχαιρετήσει για καλό βράδυ δεν το κατάλαβα ποτέ. Πανταχού παρών ο Κουτσάφτης μου.  

Δύσκολα ακολουθούσε κάποιον για να εισπράξει φαγητό ή από άλλο ενδιαφέρον. Είχα όμως να τον δω πολλές ημέρες κι άρχισα να ανησυχώ. Από την τρίτη, τέταρτη μέρα άρχισα να τον ψάχνω στη γειτονιά. Πουθενά δεν φαινόταν κι όσοι τον γνώριζαν, μου έλεγαν ότι είχαν μέρες να τον δουν. Δεν τον έβγαζα από το μυαλό μου και με το βλέμμα τον αναζητούσα από όπου κι αν περνούσα. Τίποτα όμως. Άφαντος.

Ώσπου μια μέρα ένας σκύλος που του έμοιαζε πολύ εμφανίστηκε από το πουθενά μπροστά μου. Άρχισε να μου κουνάει την ουρά και μου έκανε χαρούμενα πηδηματάκια. Τον περιεργάστηκα από το κεφαλάκι του μέχρι την ουρά του και έβγαλα το συμπέρασμα ότι δεν ήταν ο Κουτσάφτης μου. Άλλωστε αυτός ο σκύλος φορούσε ένα μαντίλι του Ολυμπιακού γύρω από το λαιμό του. Ήταν πιο ξανθός από τον Κουτσάφτη, φρέσκος και καθαρός. Βέβαια του έλειπε το μισό αφτί, αλλά δεν ήταν ο γρουσούζης μου.

Μπήκα στο αμάξι κι έφυγα βιαστικά κι εκνευρισμένη που δεν ήταν ο Κουτσάφτης. Τι να έχει γίνει άραγε; Του είχα όμως απόλυτη εμπιστοσύνη διότι ήξερε να περπατά στους δρόμους. Γεννημένος αδέσποτος βλέπετε. Πρόσεχε να μην μπλέκει σε φασαρίες.

Πέρασε άλλη μια εβδομάδα κι εγώ δεν είχα κανένα νέο του. Ώσπου χτυπά το τηλέφωνο στο γραφείο μου. Ήταν η φίλη μου η Κατερίνα, γνωστή φιλόζωη του Ηρακλείου με πλούσιο ζωοφιλικό έργο στο ενεργητικό της. «Ελένη έμαθα ότι ψάχνεις για έναν ημίαιμο γκριφονάκο με μπεζ τρίχωμα. Πέρασε από δω ο άνδρας σου. Τον είδε μπροστά από το μαγαζί μου και μου είπε ότι τον ψάχνεις». «Ναι Κατερίνα μου» της απάντησα γεμάτη ανακούφιση και χαρά «τον έχω χάσει καμιά εικοσαριά μέρες. Είναι αδέσποτος αλλά τον είχα από κοντά. Χαίρομαι όμως που είναι μαζί σου τώρα».

Τον Κουτσάφτη βρήκε ο αδερφός της Κατερίνας  και μάλιστα τον έκανε και μπάνιο! Επιτέλους δεσποζόμενος ο Κουτσάφτης. Σε σπίτι και με το μαντιλάκι του Ολυμπιακού για κολάρο. Καταλάβατε τώρα γιατί εγώ δεν τον γνώρισα. Είχε αλλάξει το χρώμα του. Είχε γίνει φουντωτός, όμορφος, αγνώριστος και παρά τις χαρές που μου έκανε, εγώ τον εξερευνούσα από πάνω μέχρι κάτω μέχρι που του είπα «δυστυχώς δεν είσαι εσύ ο Κουτσάφτης».

Πήγα αμέσως μετά τη δουλειά στο καινούριο του στέκι. Ήταν εκεί έξω στο χαλάκι που είχε η Κατερίνα στο μαγαζί της. Μόλις πεντακόσια μέτρα απόσταση από το σπίτι μου, αλλά δεν περνούσα συχνά από εκεί. Τον χάιδεψα, τον κανάκισα και μίλησα με την Κατερίνα. Γελάσαμε μέχρι δακρύων με τα όσα διαδραματίστηκαν μέχρι να μπανιαριστεί ο Κουτσάφτης κι ακόμα περισσότερο όταν της είπα ότι μου έκανε του κόσμου τις χαρές κι εγώ δεν τον γνώρισα καθόλου με το νέο του look.

 

 

Μετά από αυτό ο Κουτσάφτης το είχε δίπορτο. Πότε ερχόταν σε μένα πότε πήγαινε στην Κατερίνα. Και οι δύο τον αγαπήσαμε τον αλητάκο μας. Κάθε μέρα αυτός επέλεγε για το που θα βρίσκεται. Έτσι πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Ο Κουτσάφτης ήταν μισός δεσποζόμενος και μισός αδέσποτος. Ελεύθερος όμως και ευχαριστημένος για τη ζωή του. Ώσπου μια μέρα τον χάσαμε και οι δύο. Τηλεφωνιόμασταν κάθε μέρα μήπως μας γύρισε αλλά τίποτα.

Εξαφανίστηκε ο Κουτσάφτης. Αυτό ήταν. Δεν θα τον ξαναβλέπαμε πια. Είχαν περάσει μέρες, μήνες, αλλά πουθενά ο Κουτσάφτης παρά το ψάξιμο από όλο τον φιλοζωικό κόσμο. Τότε δεν υπήρχε και το Facebook για να δημοσιεύσεις τη φωτογραφία του ζώου που αναζητάς. Μια μέρα μπήκα σε μια ξένη ιστοσελίδα που προωθούσε ζώα προς υιοθεσία στη Γερμανία. Και ξαφνικά εκεί που χάζευα τις φωτογραφίες των σκυλάκων που αναζητούν σπίτι, βλέπω τον Κουτσάφτη μου να φορά κολάρο με λουρί περιπάτου. Κόντεψα να τρελαθώ. Ο Κουτσάφτης μου ποζάρει για υιοθεσία;

Αμέσως τηλεφώνησα στην ιδιοκτήτρια της ιστοσελίδας που έτυχε να γνωρίζω και της είπα για τη φωτογραφία που είδα του Κουτσάφτη. Στην αρχή δεν κατάλαβε για ποιο σκυλί της μιλάω γιατί εν τω μεταξύ του είχαν αλλάξει τ’ όνομα. Της περιέγραψα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του και τότε κατάλαβε για ποιο σκυλάκι πρόκειται. «Μου μιλάς για τον παππού; Έτσι τον φωνάζω εγώ. Μου τον έχει ζητήσει μια ηλικιωμένη κυρία στη Γερμανία, η οποία θέλει να τον βοηθήσει. Δεν έχει φύγει ακόμα. Του βγάλαμε διαβατήριο και τον στειρώσαμε. Αύριο, το πολύ μεθαύριο ο παππούς ταξιδεύει για Γερμανία» μου είπε στο τηλέφωνο και της ζήτησα πριν φύγει να τον δω για να τον αποχαιρετίσω.

Κι έτσι έγινε. Έμαθα την ώρα της πτήσης και δυο ώρες πριν ήμουν στο αεροδρόμιο. Ο Κουτσάφτης περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο. Μπήκα κι εγώ μέσα μαζί του. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Έπεσε στην αγκαλιά μου σαν μωρό που θέλει προστασία. Του μιλούσα συνέχεια. Του έλεγα «είναι για το καλό σου. Θα πας σ’ ένα σπίτι παππού. Θα είσαι στα ζεστά παρέα με άλλα σκυλιά».

Ο Κουτσάφτης όμως ήταν ανήσυχος. Δεν με άφηνε να φύγω. Ήθελε να με ακολουθήσει. Όσο ήμαστε μαζί στο αυτοκίνητο δεν έπαψε να μου δείχνει το πόσο ανήσυχος ήταν. Δεν ήθελε να φύγει. Ανησυχούσε για το άγνωστο. Γνώριζε κάτι αυτός που εγώ δεν γνώριζα; Πάντως δεν τον είχα δει ποτέ έτσι. Τον αποχαιρέτισα κι έφυγα, για να μην δυσκολεύω άλλο τη στιγμή.

Μετά από δύο μέρες έμαθα ότι τους έφυγε από το αεροδρόμιο. Τράβηξε κατά την εθνική οδό. Τον έψαχναν πάνω από τρεις ώρες όλη νύχτα χωρίς να μπορούν να τον βρουν.

Κι ο αγαπημένος μου Κουτσάφτης τελικά εντοπίστηκε κι έφυγε με μεγάλη δόση αναισθητικού για να μην ξανακάνει τα ίδια. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα. Κάποια στιγμή μου είπαν ότι είναι μια χαρά και ότι έχει επιβληθεί σε όλα τα άλλα σκυλιά της κυρίας που τον υιοθέτησε. Άλλη φορά μου είπαν ότι είναι πολύ ενδιαφέρον τύπος ο παππούς και ότι θα γράψει βιβλίο με τα κατορθώματα του η κηδεμόνας του, η οποία θα μ’ έπαιρνε και τηλέφωνο για να δώσω πληροφορίες και λεπτομέρειες.

 

 

Αγαπημένε μου Κουτσάφτη ποτέ δεν μου τηλεφώνησε για να της πω πόσο χαρισματικό σκυλί ήσουν. Δεν ξέρω αν ποτέ κυκλοφόρησε κάποια ιστορία σου, γιατί ποτέ δεν με ρώτησε κανένας.

Ξέρω ότι τώρα θα έχεις πεθάνει από γεράματα γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια και τότε εσύ ήσουν ήδη παππούς. Έγραψα λίγα λόγια από την ιστορία σου μαζί μου για να γνωρίσουν κι οι άλλοι πως περνούσες τη ζωή σου εδώ, αδέσποτος στο Ηράκλειο Κρήτης. Εύχομαι να πέρασες το ίδιο ευτυχισμένος τα χρόνια που σου είχαν απομείνει εκεί στο εξωτερικό. Γιατί ήξερες πάντα πως να είσαι ευτυχισμένος…