Η μετενσάρκωση μιας καλής νεράιδας

Για την Τζέσσυ της, που την έκανε καλύτερο άνθρωπο και χάρη σ’ αυτήν προχώρησε μπροστά αφήνοντας πίσω της ό,τι την πλήγωσε βαθιά, μιλάει με λόγια καρδιάς η Δέσποινα Αλάτζα, και μοιράζεται με τις “Ιστορίες Αδέσποτων” τον Γολγοθά και την Ανάσταση δυο ψυχών που έμελλε η μοίρα να ενώσει τις ζωές τους.

Γράφει η Δέσποινα Αλατζά για τις “Ιστορίες Αδέσποτων”

Την Τζέσσυ την πρωτογνώρισα όταν ήμουν φουλ ερωτευμένη. Την χρησιμοποίησε ως μέσο χειραγώγησης για να είμαι υποχείριο του. Μαζί κατεβήκαμε στα τάρταρα και μαζί ανεβήκαμε στην επιφάνεια. Με χίλιες δυσκολίες, αγωνίες και κυνηγητό. Δύο ολόκληρα χρόνια δυστυχίας, απομόνωσης και αδιαφορίας. Δύο χρόνια εξαπάτησης και ψυχολογικής βίας και για τις δύο μας.

Η πορεία μας είναι κοινή. Ίσως γι’ αυτό το λόγο νοιώθω ότι η Τζέσσυ είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Ήρθε για ένα και μόνο ένα λόγο στην ζωή μου. Για να γίνουν ξεκαθαρίσματα και να προχωρήσω μπροστά.

Η Τζέσσυ μου, το κουκλί μου. Στα πιο τρυφερά της χρόνια, τότε που όλα τα κουταβάκια θέλουν αγάπη και τρυφερότητα, η Τζέσσυ καταδικάστηκε από ανόητους και άκαρδους ανθρώπους, να «φυλάει» μια τεράστια μάντρα. Προσπάθησαν να την κάνουν φύλακα, όμως η γλυκιά μου μέσα της είχε μόνο αγάπη. Τα βράδια, τα παγωμένα άγρια βράδια, έτρεμε από φόβο και κρύο. Χωρίς σπιτάκι, χωρίς αγκαλιά, χωρίς καν ένα παιχνιδάκι. Και ήταν ένα τοσοδούλη μωράκι μόλις 2 μηνών που σε κοιτούσε με τα τεράστια απορημένα του μάτια και εκλιπαρούσε για χάδια.

Όλο το πρωινό την είχαν κλεισμένη σ' ένα κλουβάκι και το βράδυ που ερήμωνε η μάντρα, η Tζέσσυ προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να αποδείξει ότι είναι ένας σπουδαίος φύλακας. Όχι ότι το ήθελε, όμως έπρεπε να γίνει φύλακας γιατί δυστυχώς σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε λόγο ύπαρξης εκεί. Η μόνη της χαρά ήταν όταν πήγαινα εκεί.  Ήταν η μόνη στιγμή που έπαιρνε χάδια και αγάπη, όχι από συμφέρον, αλλά γιατί τα άξιζε και γιατί υπήρχε κάποιος άνθρωπος που εκτιμούσε την ύπαρξη της και δεν περίμενε κάτι από αυτήν.

 

 

Οι μέρες περνούσαν, οι μήνες επίσης και ο χρόνος παραμονής της Τζέσσυ βαρούσε κόκκινο. Ήταν πασιφανές ότι η Τζέσσυ πολύ γρήγορα θα βρισκόταν στο δρόμο  γιατί γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είχε λόγο ύπαρξης εκεί μέσα. Και τότε ο «καλός» κοινός μας φίλος, προκειμένου να μην βρεθεί στον δρόμο αποφάσισε να την δωρίσει στα παιδιά του. Στις εκκλήσεις μου να την δώσει σε  μένα, αντέδρασε παγερά και αδιάφορα. Μία ευκαιρία είχε χαθεί να βρεθώ επιτέλους με την τζέσσυ και να της προσφέρω όλα όσα στερήθηκε σαν κουτάβι.

Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν από την έλευση της. Η καρδιά μου σκίρτησε. Άρχισα να ελπίζω ότι η καλή μου επιτέλους θα γνωρίσει την ευτυχία. Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι μήνες. Η Τζέσσυ μονίμως παρκαρισμένη στον κήπο του σπιτιού τους. Χωρίς  ένα σπιτάκι, χωρίς αγάπη, χωρίς φροντίδα. Ξανά το ίδιο γνώριμο περιβάλλον. Το μοτίβο επαναλαμβανόταν. Η Τζέσσυ έγινε βαλίτσα και μέσο αντιδικίας ανάμεσα στον «καλό» κοινό μας φίλο και την πρώην γυναίκα του. Πηγαινοερχόταν μέσα σ' ένα περιβάλλον ασταθές και ανασφαλές.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου την εικόνα της γλυκιάς μου στον κήπο. Να επιστρέφουν τα παιδιά από εκδρομή, να τα περιμένει πως και πως, κουνώντας καρτερικά την ουρά της. Ακίνητη, αμίλητη, μ’ ένα βλέμμα όμως που καθρέφτιζε πλήρως την ψυχή της. Την λατρεία της για ανθρώπους που της πετούσαν ψίχουλα. Έτσι είναι η Τζέσσυ μου, ένας έκπτωτος άγγελος.  Δεν μπορεί να βλάψει μύγα. Το μόνο που θέλει είναι ΑΓΑΠΗ.

Και οι μέρες περνούσαν. Οι μήνες επίσης. Η Τζέσσυ έπληττε από ανία. Η μόνη της διασκέδαση ήταν να σκάβει τον κήπο και να γρατζουνάει τις πόρτες. Δεν άντεχε να τους βλέπει από απόσταση και να μην μπορεί να τριφτεί στα πόδια τους, να μην έχει την μυρωδιά τους,  να μην έχει την αγάπη τους.

Εγώ από την άλλη βίωνα τον δικό μου Γολγοθά. Μία δυστυχισμένη ζωή, ένα περιπλανώμενο φάντασμα. Και οι δύο όμως ζητούσαμε το ίδιο πράγμα. Αγάπη και μόνο αγάπη. Και μας χώριζε ένας δρόμος και μία αιωνιότητα. Οι πορείες μας παράλληλες, όμως δεν τέμνονταν.

Και κάποια στιγμή η αγανάκτηση ξεχείλισε. Και έγινε το μεγάλο ΜΠΑΜ. Απελευθερώθηκα από την τυραννία, με πολύ κόπο και βάσανα. Και το πρώτο που μου ‘ρθε στο μυαλό ήταν να απελευθερώσω και την γλυκιά μου. Ένα σκυλί που δεν έφταιξε σε τίποτα. Που βρέθηκε σε λάθος χέρια, σε λάθος ανθρώπους. Και που άξιζε τα καλύτερα.

Τίποτα δεν μας σταματούσε πλέον. Ούτε καταγγελίες στην αστυνομία, ούτε εκβιασμοί, ούτε  εκφοβισμοί. Είχα ξαναβρεί την παλιά μου δύναμη και δεν θα άφηνα κανέναν στον κόσμο να μου ξαναπάρει την Τζέσσυ.

 

 

Σήμερα πια, απολαμβάνουμε την κοινή μας ζωή. Η Τζέσσυ μου. Αχ αυτό το υπέροχο σκυλί. Και που δεν πάμε μαζί. Έχουμε γυρίσει όλα τα βουνά με τους ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΟΡΕΙΒΑΤΕΣ. Έχουμε διασχίσει όλα τα πάρκα, Πηγαίνουμε για  κολύμπι, για παιχνίδι. Μαζί και στις διακοπές! Της προσφέρω όλα αυτά που στερήθηκε  για δύο χρόνια. Γιατί είναι η Τζέσσυ μου. Γιατί αυτό το σκυλί ήρθε για κάποιο λόγο στην ζωή μου. Γιατί η Τζέσσυ είναι η μετενσάρκωση μίας καλής νεράιδας. Με έκανε καλύτερο άνθρωπο και με έμαθε να εκτιμώ την κάθε μέρα.  Και όταν κάποιες στιγμές με πιάνει η απελπισία και κλαίω με αναφιλητά για τον χρόνο που χάσαμε, η Τζέσσυ μου σιωπηλή χωρίς φανφάρες χώνεται στην αγκαλιά μου και με γεμίζει φιλιά.

Γιατί ήταν γραφτό να είμαστε κάποια στιγμή μαζί. Γιατί όλα γίνονται για κάποιο  λόγο σ' αυτή τη ζωή…