Ο «μαραθωνοδρόμος» Λούης μετά από τρεις ημέρες ξανά στην Πλατεία Ελευθερίας των Σερρών

Οι περισσότεροι Σερραίοι μαραθωνοδρόμοι θα γνωρίζετε το Λούη, έναν σκύλο που παραδοσιακά πλέον δίνει το «παρών» σε κάθε αγώνα τρεξίματος στις Σέρρες. Έτσι, και την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015, ανήμερα του Αγ. Νικολάου συμμετείχε στον 17ο αγώνα δρόμου Εμμανουήλ Παππά τερματίζοντας μάλιστα με επιτυχία και με χρόνο που θα ζήλευαν μερικοί από εμάς, όπως εγώ για παράδειγμα. Όσοι από εσάς τρέξατε στο πλευρό του θα διαπιστώσατε γρήγορα τη δύναμη και το πάθος αυτού του σκύλου για το τρέξιμο.

Γράφει για τις “Ιστορίες Αδέσποτων” ο κ. Ιωάννης Ν. Εμμανουήλ

Μετά τον αγώνα βρήκα την ευκαιρία να γνωριστώ μαζί του, δίνοντας του το σάντουιτς και λίγο από το νερό μου καθότι φαινόταν εμφανώς εξαντλημένος. Αυτή η πρώτη επαφή μου με το σκυλί έμελλε να είναι καθοριστική, όπως θα διαπιστώσετε στη συνέχεια. Μετά το τέλος αυτής της συναρπαστικής διοργάνωσης, επιστρέψαμε όλοι οι μαραθωνοδρόμοι στην πόλη εκτός από έναν, το Λούη. Του στάθηκε αδύνατον βλέπετε να βρει το δρόμο της επιστροφής πίσω στις Σέρρες, με αποτέλεσμα να μείνει περιορισμένος, θέλοντας και μη, στην τοπική κοινότητα Εμμανουήλ Παππά.

Την Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου ανέλαβα την πρωτοβουλία να τον αναζητήσω καθώς είχε τρεις μέρες να φανεί στο αγαπημένο του στέκι, την Πλατεία Ελευθερίας. Έτσι, πήρα το αυτοκίνητο μου και ακολούθησα τη διαδρομή προς την κοινότητα Εμμανουήλ Παππά με την ελπίδα να τον συναντήσω. Σε όλο το μήκος της διαδρομής έριχνα απεγνωσμένα βλέμματα δεξιά κι αριστερά μήπως και τον πετύχω πουθενά. Άφαντος όμως ο Λούης. Είχε γίνει Λούης κυριολεκτικά.

 

 

Τελικά, προς μεγάλη μου έκπληξη, τον αντίκρισα να ξεπροβάλλει θριαμβευτικά μπροστά μου όταν μπήκα στην πλατεία του Εμμανουήλ Παππά. Αμέσως διέκρινα την απογοήτευση στο βλέμμα του. Με κοίταζε χλωμά και του έλειπε η ζωντάνια που συνήθως τον χαρακτηρίζει. Τον προσέγγισα και άρχισα να τον χαϊδεύω. Αυτός απάντησε μυρίζοντας εξεταστικά τα πόδια μου. Παρά την τριήμερη απουσία από τα λημέρια του βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Φαίνεται θα προσαρμόστηκε νωρίς στη νέα πραγματικότητα καθότι είναι δυνατό σκυλί από τη φύση του. Άμα τον συγκρίνεις με τ’ άλλα αδέσποτα της πόλης των Σερρών, καταλαβαίνεις ότι έχει ένα έμφυτο χάρισμα στο να επιβιώνει.

Χωρίς να χάνω χρόνο άρχισα να σκέφτομαι με ποιο τρόπο θα μπορούσα να τον βοηθήσω να επιστρέψει στο «σπίτι του». Αρχικά σκέφτηκα να τον βάλω μέσα στο αμάξι αλλά δεν έδειχνε την απαραίτητη συνεργασία και δεν ήξερα πώς θα αντιδρούσε κατά τη διαδρομή. Άλλωστε δεν είχα ποτέ μου σκύλο και δεν ήξερα πώς να χειριστώ την κατάσταση. Αφού απέτυχε  το σχέδιο αυτό, άρχισα να ρωτώ τους περαστικούς μήπως και φιλοτιμηθεί κάποιος να τον μεταφέρει με το αγροτικό του πίσω στην πόλη. Δυστυχώς, κι αυτές οι προσπάθειες μου απέβησαν άκαρπες. Ένας κύριος με αγροτικό που ρώτησα μου απάντησε ότι δεν πήγαινε στα Σέρρας. Τότε λοιπόν, προσπάθησα να ενημερώσω όσο περισσότερο κόσμο έβλεπα για την περίπτωση του μικρού μας «μαραθωνοδρόμου» που έχασε το δρόμο του.

 Ένα παλικάρι, ο Ζαχαρίας, ιδιοκτήτης καφετέριας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το Λούη και μου είπε ότι αυτές τις ημέρες τάιζε το Λούη και τ’ άλλα αδέσποτα της γειτονιάς με όσο φαγητό περίσσευε από το μαγαζί του. Τη στιγμή εκείνη ένιωσα μία μικρή ανακούφιση, η οποία όμως δεν κράτησε για πολύ. Έπειτα με ενημέρωσε ότι συνηθίζεται από καιρού εις καιρόν, κάποιοι επιτήδειοι από τη γύρω περιοχή να ρίχνουν φόλες στα κακόμοιρα αδέσποτα. Πριν δύο μήνες μου είπε ότι προσπάθησαν να σώσουν ένα άτυχο αδέσποτο, αλλά δυστυχώς δεν πρόφτασαν. Όπως, χαρακτηριστικά μου περιέγραψε, το σκυλί είχε μείνει «κάγκελο» (προφανώς από τους σπασμούς που θα υπέστη). Η καρδιά μου σφίχτηκε εκείνη την ώρα. Και άλλες φορές είχα ακούσει παρόμοιες ιστορίες στο παρελθόν, αλλά πρώτη φορά αναστατώθηκα τόσο.

 

 

Στο σημείο αυτό, καλό είναι να σημειώσω ότι δεν ανήκω σε κάποια φιλοζωική οργάνωση και ποτέ μου δεν είχα ιδιαίτερη επαφή με κατοικίδια. Η περίπτωση του Λούη με έκανε όμως να συγκινηθώ. Αμέσως σκέφτηκα ότι δε θα επιτρέψω με κανέναν τρόπο να συμβεί κάτι τέτοιο στο νέο μου φίλο. Μάταια όμως προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να τον βοηθήσω. Αφού ευχαρίστησα το Ζαχαρία, τον χαιρέτησα κι έκατσα σε ένα πεζούλι στην παιδική χαρά του χωριού, όπου μην ξέροντας τί άλλο να κάνω, έπαιξα για λίγο ακόμη με το Λούη παρόλο που εκείνος δεν έδινε και πολλή σημασία στο παιχνίδι μου.

Μέχρι που έφτασε η ώρα να φύγω. Σε μία απέλπιδα προσπάθεια άνοιξα την πόρτα του αμαξιού μου και έκανα νόημα στο Λούη να πηδήξει. Εκείνος πλησίασε διστακτικά, κοίταξε διερευνητικά μέσα μα σύντομα έκανε πίσω. Πήρα τότε με λύπη την απόφαση να τον αφήσω πίσω ελπίζοντας πως ο Ζαχαρίας και κάποιοι κάτοικοι της κοινότητας θα τον φροντίσουν μέχρι να βρεθεί τρόπος για να επιστρέψει πίσω.

Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έβαλα μπρος. Ο Λούη στεκόταν ακόμα δίπλα στην πόρτα του αμαξιού ακίνητος, σαν να μη καταλάβαινε ότι ήρθε η ώρα να φύγω. Τον κοίταξα για τελευταία φορά και άφησα το αμάξι να τσουλήσει αργά. Ο Λούη παραμέρισε και συνέχισε να παίζει με ένα μικρότερο σκυλάκι που είχε βρεθεί εκείνη την ώρα στην παιδική χαρά. Στο κάτω-κάτω ένα σκυλί είναι αναλογίστηκα, μήπως καταφέρω να ησυχάσω τη συνείδηση μου που τον άφηνα στη μοναξιά του. Θα ‘ρθω άλλη μέρα, ίσως και αύριο, είπα στον εαυτό μου. Ξαφνικά, την αμέσως επόμενη στιγμή κοιτάζω στον καθρέφτη και τί να δω!

Ο Λούης δεν έλεγε να με αφήσει τόσο εύκολα να φύγω. Ακολουθούσε το αυτοκίνητο και μου γάβγιζε. Σταμάτησα τότε εμβρόντητος καταμεσής της πλατείας, άνοιξα το παράθυρο και για τελευταία φορά τον χάιδεψα στο κεφάλι, ενώ παράλληλα έκανα επανειλημμένα πισωγυρίσματα με το μυαλό μου. Συνέχισα το δρόμου μου μες στο χωριό, ο Λούη όμως εξακολουθούσε να έρχεται ξοπίσω μου. Τότε ήταν που μου ήρθε και η ιδέα πως να τον «σώσω»!

 

 

Άφησα ανοιχτό το παράθυρο του οδηγού, έβγαλα το αριστερό μου χέρι απ’ έξω, σφύριξα και έκανα νόημα στο Λούη να συνεχίσει να με ακολουθεί. Έτσι κι έγινε. Ο Λούη σε μία δοκιμαστική πορεία συνέχισε να ακολουθεί το αυτοκίνητο μέχρι που βρεθήκαμε για τα καλά έξω από το χωριό. Οδηγούσα σιγά-σιγά, με δευτέρα, ίσα που να μη σβήσει ο κινητήρας. Δεν ήθελα να τον κουράσω ξέρετε, αν και είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσε να τρέξει με έναν γρηγορότερο ρυθμό. Εδώ παραέβγαινε τον μεγάλο Σίκαλο στον αγώνα, θα δίσταζε να παραβγεί μια σακαράκα 27 ολόκληρων χρονών, ένα «πλοίο της ξηράς»;

Τραβήξαμε λοιπόν παρέα με το Λούη, στην ίδια διαδρομή όπως ακριβώς τότε στον αγώνα. Υπέθεσα ότι θα του ήταν γνώριμη και θα την ακολουθούσε ευκολότερα. Κατά διαστήματα έβαζα το αριστερό μου χέρι μέσα στο αμάξι για να ξεπαγώνει, καθώς είχε κοκαλώσει από τον ψυχρό αέρα. Μιλούσα συνεχώς στον Λούη για να νιώθει τη φωνή μου και να ηρεμεί. Ήταν πια προφανές ότι θα με ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινα. Ο κόσμος απ’ τα χωριά που περάσαμε, Άγιο Πνεύμα και Ν. Σούλι, απορούσε βλέποντας με να πηγαίνω σαν τη χελώνα με αναμμένα τα αλάρμ και τον Λούη να ακολουθεί πιστά δίπλα στην πόρτα του οδηγού, ενώ όποτε μας προσπερνούσε κάποιο αυτοκίνητο ο Λούη έκανε γρήγορα στην άκρη και πήγαινε από πίσω μου. Εγώ τότε τον έχανα από το οπτικό μου πεδίο και όταν έβλεπα στον καθρέφτη την ουρά του να προβάλλει πάνω από το πορτ-μπαγκάζ ησύχαζα. Μετά αυτός συνέχιζε στο κατόπι μου, πάντα δίπλα στην πόρτα.

Φάνταζε παιχνιδάκι. Άρχισα να το απολαμβάνω και να βγάζω βίντεο με το κινητό από τη διαδρομή. Είχαμε φτάσει αισίως στη στροφή του καταστήματος Καρφούρ, λίγα μόνο χιλιόμετρα έξω από την πόλη.  Τότε όμως, ήρθαμε αντιμέτωποι με μία πρόκληση την οποία δεν είχα υπολογίσει. Ενώ οδηγούσα ξέγνοιαστα, βλέπω σε μια φάση το Λούη να σηκώνει τα αυτιά και να ελαττώνει το βηματισμό του. Σε μία απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων μπροστά μου στεκόντουσαν δύο μεγαλόσωμα μαύρα σκυλιά μέσα στα πυκνά χόρτα.

 

 

Πετάχτηκαν τότε μέσα στο δρόμο και πήραν στο κυνήγι το Λούη. Πίσω τους, αλλά τρία με φουντωτό τρίχωμα προστέθηκαν για να κάνουν την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Ο Λούη για να κόψει δρόμο, άρχισε να τρέχει μέσα από το χαώδες πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ παράλληλα με εμένα. Δεν τον έλεγες όμως απελπισμένο, δεν είχε πανικοβληθεί ούτε μία στιγμή. Οι κινήσεις του μου μετέδιδαν την αίσθηση μιας ακατανόητης σιγουριάς. Για ακόμη μία φορά ξύπνησε μέσα του το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τόσο επιδέξια είχε μάθει να χρησιμοποιεί στη ζωή του.

Αυτό όμως να σημειώσουμε, δε σήμαινε και τη βέβαιη αποφυγή του κινδύνου. Τα σκυλιά που τον κατεδίωκαν έφτασαν σε ανησυχητικά κοντινή απόσταση απ’ αυτόν. Ο Λούη άρχισε τότε να τρέχει σαν παλαβός, ενώ τα μυώδη πόδια του πετούσαν σπίθες θαρρείς από πίσω. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να αναλάβω δράση για να τον προστατέψω για ακόμη μία φορά, ίσως την κρισιμότερη μέχρι τώρα από το ξεκίνημα της φιλίας μας. Κόλλησα το πόδι μου στο γκάζι, ο Λούη όμως είχε ήδη ξεμακρύνει πολύ μπροστά μου. Όταν έφτασα παραδίπλα, στο σκηνικό της μάχης, μάρσαρα με τη μηχανή και φώναξα με όλη τη δύναμη που είχα εκείνη τη στιγμή προς τα αδέσποτα που τον κυνηγούσαν. Αιφνιδιάστηκαν ομολογώ από το φριχτό ήχο της σαραβαλιασμένης λαμαρίνας και κατάφερα έτσι να τα κάνω να εγκαταλείψουν το ανελέητο κυνηγητό στο οποίο επιδίδονταν μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Βγήκαμε και οι δύο νικητές, πιο ενωμένοι από ποτέ. Μετά τον οικισμό του Αγ. Ιωάννη, μπήκαμε επιτέλους σαν θριαμβευτές στη γνώριμη πια πόλη. Η όψη του Λούη επανήλθε στο φυσιολογικό της. Πάρκαρα το αμάξι κοντά στο εκκλησάκι του Προδρομούδι, εκεί που ξεκινά η όμορφη κοιλάδα της πόλης μας, εκεί που πάμε για τις προπονήσεις μας εμείς οι Σερραίοι μαραθωνοδρόμοι. Έδωσα κατευθείαν νερό στο λαχανιασμένο σκυλί από ένα ξεχασμένο μπουκάλι που είχα στο αυτοκίνητο. Η ευγνωμοσύνη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Τον αγκάλιασα και τον οδήγησα, περπατώντας αυτή τη φορά, προς την πλατεία Ελευθερίας.

 

 

Είχε μόλις νυχτώσει. Μας πήρε κάπου μιάμιση ώρα να καλύψουμε την όλη απόσταση των 17 περίπου χιλιομέτρων, νόμιζα όμως ότι το ταξίδι μας κράτησε αρκετές ώρες. Καθώς περνούσαμε από τη λεωφόρο Εθνικής Αντίστασης, ο Λούη συνεχώς έμενε πίσω για να κάνει την αγαπημένη του συνήθεια, να μυρίζει δηλαδή τα παρτέρια και να «αφήνει το στίγμα του». Μεταμορφώθηκε ξανά σε συνηθισμένο σκυλί, της πόλης αδέσποτο. Όποιος και να το έβλεπε έτσι θα σκεφτόταν. Πού να ήξεραν όμως τί εμπειρίες σήκωνε στους γραμμωμένους ώμους του αυτό το άσπρο επιβλητικό σκυλί. Ήταν εμπειρίες πέρα από τις συνηθισμένες που πιστεύουμε για τους σκύλους. Δεν μπορώ να ξέρω πώς πραγματικά βίωσε ο Λούη την περιπέτεια μας,  ήρθε όμως η ώρα να τον ανταμείψω για την υπομονή και τη γενναιότητα που έδειξε.

Φτάσαμε στο «Χρυσό», το γνωστό μπουγατσατζίδικο της πλατείας και μπήκα μέσα για να αγοράσω κάτι για το Λούη. Εκείνος καθόταν υπομονετικά έξω από την αυτόματα κινούμενη πόρτα, πάνω στο πράσινο πατάκι που σκουπίζουμε τα παπούτσια. Δεν έμοιαζε με αδέσποτο, αντίθετα φαινόταν να έχει λεπτούς τρόπους και να περιμένει τον ιδιοκτήτη του ως όφειλε. Για την καλή του διαγωγή εισέπραξε μια ζεστή ζαμπονόπιτα κατευθείαν στο στόμα. Με τρεις μπουκιές την είχε κιόλας καταβροχθίσει. Τώρα αποζητούσε κι άλλο φαγητό. Γι’ αυτό και ήρθαν ενισχύσεις από το σπίτι μου. Ο πατέρας μου, ως μεγάλος θαυμαστής του γνωστού λευκού «μαραθωνοδρόμου», μετά από ένα τηλεφώνημα που του έκανα ήρθε στη πλατεία φέρνοντας μαζί του φαγητό για τον πεινασμένο «δρομέα». Δεν έφτασε κι αυτό. Ζητήσαμε λοιπόν κι άλλες “ενισχύσεις” από το bar-restaurant του ξαδέρφου μου στην πλατεία.

 Ο Λούη χορτάτος πια άρχισε να παίζει πηδώντας κατά πάνω μου. Πρώτη φορά έπαιζα έτσι με έναν σκύλο. Μικρός μπορεί να είχα φοβία για τους σκύλους, τώρα πια έβλεπα το Λούη σαν δικό μου. Φαντάζομαι το ίδιο ακριβώς θα ένιωθε κι αυτός για μένα. Αισθανόμουν περήφανος για το κατόρθωμα μου. Δε χόρταινα να τον βλέπω να παίζει. Έτρεχε από εδώ και από εκεί. Μέχρι που είδε μια γάτα και άρχισε πάλι με μανία το τρέξιμο..Τον άφησα λοιπόν να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Να τρέχει πάνω-κάτω την πλατεία. 

Λούη να ξέρεις ανυπομονώ να ξανατρέξουμε τον επόμενο αγώνα μας. Σου εύχομαι όμως ότι μέχρι τότε θα βρεθεί κάποιος να ενδιαφερθεί για σένα και να σου ανοίξει το σπίτι του για να εγκαταλείψεις μια για πάντα τους δρόμους. Έχε γεια Φίλε.