Έφυγε ο Στράτος ένας από τους πιο αγαπητούς αδέσποτους σκύλους στο Ηράκλειο Κρήτης

Θλίψη έχει προκαλέσει στους Ηρακλειώτες ο θάνατος του 11χρονου Στράτου, «ο μάγκας της αγοράς» όπως τον αποκαλούσαν οι δίποδοι φίλοι του, που έφυγε χθες από κοντά τους στο σπίτι της Άμυ Ανδριανάκη, η οποία τον φιλοξενούσε για να ακολουθήσει τη θεραπεία του κατά του σακχάρου που του προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά στο πάγκρεας.

Στις 4 Μαΐου μέλη του φιλοζωικού σωματείου «Ζωόφιλη Δράση» μετέφεραν εσπευσμένα τον Στράτο στο κτηνιατρείο του Μανώλη Σουρουνάκη καθώς κατά τις διακοπές του Πάσχα είχε χάσει απότομα κιλά, ενώ ήταν ιδιαίτερα αδύναμος,  έκανε εμετούς, ουρούσε και έπινε νερό αδιάκοπα. Η επιχείρηση που στήθηκε για τη μεταφορά του Στράτου στο κτηνιατρείο ήταν ιδιαίτερα συγκινητική αφού κινητοποιήθηκαν όλοι οι φίλοι του καταστηματάρχες και φιλόζωοι  της περιοχής, οι οποίοι τον εντόπισαν ξαπλωμένο σε δρομάκι δίπλα στην πλατεία Κορνάρου.

 

 

Δυστυχώς ο Στράτος, που υπήρξε ένα από τα πιο αγαπητά αδέσποτα σκυλιά της πόλης του Ηρακλείου, δεν τα κατάφερε. Ο χαμός του προκάλεσε θλίψη σε όσους τον φρόντιζαν καθημερινά στην αγορά του Ηρακλείου όπου συνήθιζε να κάνει τις βόλτες του.

Η Άμυ Ανδριανάκη, η οποία τον φιλοξενούσε τις τελευταίες ημέρες στο σπίτι της και τον φρόντιζε, αναφέρει για τον «μάγκα της αγοράς»: «Έσβησε άλλο ένα αδέσποτο αστέρι στο Ηράκλειο. Έζησε έντονα, κυνήγησε γάτες, έκανε φίλους, ίσως έκανε κι εχθρούς, έτρεξε σε πορείες, γαύγισε, διαδέχτηκε τον υπέρτατο Αποστόλη στο «θρόνο» του κέντρου, ξάπλωσε σε όλα τα καταστήματα στην αγορά, έφαγε από όλα τα φιλόζωα χέρια του Ηρακλείου κι όχι μόνο, και τα τελευταία χρόνια έσερνε το βαρύ του σώμα με δυσκολία από κτήριο σε κτήριο κι από πλατεία σε πλατεία στο κέντρο του Ηρακλείου, πάντα φιλικός με όλους και δεχτικός σε όλα τα χάδια.

 

 

Η λατρεία του για κάθε λιχουδιά του κόστισε όμως. Ταλαιπωρήθηκε αρκετά λόγω βάρους και το σάκχαρο του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα, με βλάβες στο πάγκρεας και αφυδάτωση. Ο Στράτος μας, αυτός ο γλυκός γίγαντας, δεν είχε άλλη όρεξη να ζήσει και είναι το χειρότερο συναίσθημα, να βλέπεις τον άλλον να εγκαταλείπει, ενώ προσπαθείς να τον βοηθήσεις. Είχε κουραστεί, αποφάσισε ότι έζησε αρκετά και δεν προσπάθησε καθόλου για παραπάνω.

 

 

Θέλω να πιστεύω ότι έκανα ό,τι μπορούσα γι’ αυτόν, ακόμα κι αν με έδιωχνε με ό,τι δυνάμεις του είχαν απομείνει. Ήθελε να πεθάνει ήρεμος, αυτό ήθελε. Εγώ δεν το σεβάστηκα, όμως, τον πίεζα για τα φάρμακα του, τον πίεζα για να πιει νερό, του έβαλα ορό. Πέρασε όμως το δικό του. Μάζεψε ό,τι δυνάμεις μπόρεσε και έκοψε το σωληνάριο του ορού με τα δόντια του και λίγα λεπτά αργότερα έφυγε όπως ήθελε, ήσυχος κι αδέσμευτος».