Ποιος θα ανοίξει την αγκαλιά του στο 10χρονο Χιονόγατο μου που ξέρει να αγωνίζεται, να αντέχει και να αγαπά;

Ο Χιονόγατος εμφανίστηκε ξαφνικά στη ζωή μου πριν αρκετά χρόνια, όπως άλλωστε γίνεται σχεδόν πάντα με τα αδεσποτάκια. Κατάλευκος, αρχοντικός, καλοθρεμμένος, κοινωνικός και ομιλητικός, έμοιαζε ότι θα μπορούσε να είναι και από σπίτι, αλλά εντάχθηκε και στην γατοομάδα μας σαν να ζούσε από πάντα μαζί μας.

Γράφει για τις «Ιστορίες Αδέσποτων» η Βάνα Ντόβα με την ελπίδα ο Χιονόγατος της να βρει την καλύτερη οικογένεια

Ευγενικός με όλα τα γατιά, επέτρεπε να του τρώνε το φαί του, αλλά και πολύ αρσενικό. Μόλις κάποιο γατάκι γινόταν γάτος και απειλούσε την περιοχή του και την κυριαρχία του εγκατέλειπε τον ευγενικό του προφίλ και ορμούσε. Κατά τ’ άλλα ερχόταν καθημερινά για το συσσίτιο και έφευγε σαν τον φαντομά. Με το που έπεφτε το βράδυ σχεδόν πάντα εξαφανιζόταν και ποτέ δεν κατάφερα να βρω την κρυψώνα του. Απ’ τις πρώτες δε μέρες που τον γνώρισα διαπίστωσα πως ήταν κουφός, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά με τις ολόλευκες γάτες.

 

 

Ήταν Κυριακή του Πάσχα, τον Απρίλη του 2014, όταν ειδοποιήθηκα από γειτόνισσα που τον ήξερε ότι εμφανίστηκε στην αυλή της άσχημα χτυπημένος στο πρόσωπο, με αίματα και φώναζε σαν να ζητούσε βοήθεια. Ο χιονόγατος επειδή είναι κουφός, φωνάζει με έναν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τρόπο, που τον κάνει αξιαγάπητο. Ήμουν δέκα λεπτά απόσταση με το αυτοκίνητο και την παρακάλεσα να τον κρατήσει  κι εγώ θα πήγαινα τρέχοντας, όπως και έκανα.

Δυστυχώς, όμως, εκείνη δεν τον κράτησε και αφού, ο χιονόγατος δε βρήκε ανταπόκριση στο αίτημά του για βοήθεια, σηκώθηκε κι έφυγε. Εκείνο το Πάσχα έψαχνα και περίμενα μέχρι τις δύο η ώρα τη νύχτα, κλαίγοντας και παρακαλώντας το Θεό να με βοηθήσει να τον βρω πριν είναι αργά. Έψαξα σε όλες τις πολυκατοικίες, αυλές, πιλοτές, κήπους, θάμνους, παρτέρια σε έκταση σχεδόν δύο τετραγώνων, τίποτα. Ξεχνιόμουν και του έκανα ψι ψι και φώναζα το όνομά του και μετά θυμόμουν ότι δεν ακούει, αλλά με το ψι ψι μαζεύονταν διάφορά άλλα γατάκια, γνωστά και άγνωστα. Ο χιονόγατος πουθενά.

Όποιον έβλεπα να πηγαίνει βόλτα το σκύλο του, τον ενημέρωνα και έδινα χαρτάκι με το τηλέφωνό μου, αν τον δουν πουθενά να με ειδοποιήσουν. Την επόμενη μέρα τα ίδια, ενημέρωσα όλη τη γειτονιά, έβαλα αφισάκια, περίμενα. Τίποτα. Και την επόμενη το ίδιο. Μέχρι που την τέταρτη μέρα χτύπησε το τηλέφωνό μου και έγινε το θαύμα. Τρεις φίλοι απ’ τη γειτονιά η Μπέτυ, ο Γιάννης και η Μόνικα τον είχαν δει και τον κρατούσαν μέχρι να πάω. Πήγα πετώντας από αγωνία, αλλά και χαρά. Το σαγόνι του είχε κρεμάσει και το αυτί του ήταν γεμάτο ξερά αίματα. Ήταν κατάμαυρος απ’ τη βρώμα και μύριζε απαίσια. Είχε αδυνατίσει και ήταν τρομερά αφυδατωμένος. Παρόλα αυτά μόλις με είδε άρχισε να φωνάζει.

 

 

Του άνοιξα το κλουβί και μπήκε μέσα μόνος του. Μεταφέρθηκε στον κτηνίατρο, ο οποίος διαπίστωσε ότι είχε σπάσει την κάτω σιαγόνα, είχε χτυπήσει και στο αυτί, το στόμα του είχε αρχίσει να σαπίζει, γι’ αυτό και η τόσο δυσάρεστη μυρωδιά και ψηνόταν στον πυρετό. Όπως, όμως, μου είχε πει ένας γείτονας τις μέρες που αγωνιούσα για την τύχη του «ήταν πολύ σκληρός για να πεθάνει» ο μαχητής χιονόγατος!  Ορός, αντιβίωση και στο κλουβί για να ηρεμήσει, όπου αμέσως κοιμήθηκε απ’ την εξάντληση.

Μετά από δύο μέρες χειρουργήθηκε στη γνάθο και στειρώθηκε. Μέρα με τη μέρα η κατάστασή του βελτιωνόταν και άρχισε να τρώει και να πίνει μόνος του. Στις 10 μέρες έτρωγε τα κάγκελα για να βγει, αφού πια αισθανόταν πολύ καλά. Όταν γυρίσαμε στη γειτονιά, πήγαινε γύρω - γύρω χαρούμενος και κάθε λίγο ερχόταν και τριβόταν κι απάνω μου, κοιτώντας με στα μάτια και φωνάζοντας, σαν να με ευχαριστούσε. Και όλα μπήκαν πάλι στη ρουτίνα τους.

Λίγο καιρό μετά απολύθηκα (αυτά τα αδεσποτάκια μου ήταν στη γειτονιά που εργαζόμουν κι όχι στη γειτονιά που μένω) και πραγματικά, το σοκ μου το μεγάλο ήταν τι θα απογίνουν τα γατιά μου, αφού δεν έμενα κοντά. Παρά τις δυσκολίες συνέχισα να πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορούσα, έχοντας εξασφαλίσει κι ότι οι γείτονες θα τα πρόσεχαν. Δεν ήταν, όμως, το ίδιο. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο Χιονόγατος χάθηκε πάλι. Αγωνία ξανά. Ψάξιμο απ’ την αρχή. Ενημέρωσα όσους ήξερα και δεν ήξερα. Και μετά από λίγο καιρό ένας φίλος που ταΐζει κι εκείνος γατάκια στην περιοχή, με ειδοποίησε ότι τον είδε σε μια άλλη γειτονιά δύο τετράγωνα πιο πάνω.

 

 

Άρχισα να πηγαίνω συνέχεια από κει, τίποτα. Και πάνω που είχα αρχίσει να απελπίζομαι, ένα απόγευμα του Αυγούστου του 2015, τον πέτυχα. Πέρασα απ’ το σημείο που μου είχαν υποδείξει για πολλοστή φορά και τον είδα. Καθόταν με κλεισμένα ματάκια και τα ποδαράκια του κάτω απ’ το σώμα του στο βάθος μιας πυλωτής. Πλησίασα και τον χάιδεψα απαλά στο κεφαλάκι για να μην τον τρομάξω. Άνοιξε τα μάτια του και του πήρε λίγα δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει ποιον βλέπει.

Μόλις όμως με κατάλαβε σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να φωνάζει και να μου τρίβεται. Τότε διαπίστωσα ότι κρεμόταν πάλι το σαγόνι του και είχε αδυνατίσει. Πήγα γρήγορα προς το αυτοκίνητο κι εκείνος τρεχάλα από πίσω μου. Του έδωσα πατέ να φάει, έπεσε με τα μούτρα, με φανερή λαχτάρα για φαγητό, αλλά δε μπορούσε. Δεν είχα κλουβί μαζί μου, τι να έκανα; Δε μπορούσα να ρισκάρω να πάω να πάρω και να τον χάσω, έτσι τον έβαλα μέσα στο αυτοκίνητο, έκλεισα τα παράθυρα και ξεκίνησα για τον κτηνίατρο. Όση ώρα κάναμε να πάμε στον κτηνίατρο δεν κουνήθηκε από κει που τον άφησα, στο πάτωμα του αυτοκινήτου και κάθε φορά που συναντιόνταν τα βλέμματά μας μου νιαούριζε ήρεμος.

 

 

Ο Κτηνίατρος δε μπορούσε να πει αν είχε ανοίξει το παλιό κάταγμα ή ήταν καινούργιο χτύπημα. Ήταν όμως ταλαιπωρημένος, όπως μου είπε. Φυσικά, χειρουργήθηκε πάλι, αλλά λόγω ηλικίας και σάπιων δοντιών δε ξέραμε αν θα δέσει. Κι αυτή τη φορά όλα πήγαν καλά. Άρχισε πάλι να τρώει με όρεξη και να μη χορταίνει.  Ένα μήνα μετά και αφού είχε πάρει βάρος και είχε συνέλθει συζητήσαμε με τον κτηνίατρο για το τι θα κάνουμε.

Ο χιονόγατος ήταν λίγο μεγαλύτερος απ’ ότι υπολόγιζα,10 χρονών περίπου, και είχε σπάσει κάθε ρεκόρ επιβίωσης στους αφιλόξενους και φονικούς δρόμους, όντας μάλιστα και κουφός. «Δεν θα βγάλει άλλο χειμώνα στο δρόμο» μου είπε ο κτηνίατρος. Κι η αλήθεια είναι ότι, ενώ την προηγούμενη φορά έτρωγε τα σίδερα να βγει μόλις ένοιωσε καλύτερα, τώρα δεν έδειχνε καμία διάθεση φυγής. Είχε εξελιχθεί στο μεγαλύτερο χαδιάρη και φαγά. Και ήταν ωραία να έχει ασφάλεια, παρέα και εξασφαλισμένο γεύμα. Το πιο φυσικό θα ήταν να τον πάρω μαζί μου. Δεν γινόταν όμως, λόγω του ότι βγήκε θετικός σε FIV & FIP (φορέας μόνο γιατί σφύζει από υγεία και ζωντάνια) κι εγώ μένω σε ένα πολύ μικρό σπίτι με άλλα γατάκια, που θα κινδύνευαν να κολλήσουν.

Κι εδώ αρχίζει ο μεγάλος αγώνας. Περνάνε οι μήνες, συνεχείς κοινοποιήσεις για να του βρούμε σπίτι και τίποτα. Παραμένει στο κλουβί, όπου γίνεται η μασκότ του κτηνιατρείου του κ. Μακρυθανάση. Όλοι τον αγαπάνε κι εγώ τον επισκέπτομαι δύο με τρεις φορές την εβδομάδα να τον βγάλω την βόλτα του στο χώρο του κτηνιατρείου βέβαια, να τον χαϊδέψω και να ασχοληθώ μαζί του. Μόλις με βλέπει απ’ την πόρτα κάθε φορά χαλάει τον κόσμο και όταν του ανοίγω το κλουβί τρίβεται αμέσως στο χέρι μου.

 

 

Δεν μπαίνει μέσα στο κλουβί του όταν έρθει η ώρα παρά μόνο με κονσέρβα! Πήγαμε και στην τηλεόραση. Όλοι ενθουσιάστηκαν μαζί του, γιατί πια έχει γίνει σαν πολικό αρκουδάκι και είναι και απίστευτα κοινωνικός και ανθρωποκεντρικός. Δε βγήκε, όμως, τίποτα και με τη δημοσιότητα. Αρχές Μαρτίου μεταφέρθηκε σε έναν άδειο χώρο, φωτεινό, καθαρό, με την προίκα του, όπου τον επισκέπτομαι καθημερινά. Δεν του αρέσει όμως καθόλου, γιατί είναι μόνος του. Βλέπετε στο κτηνιατρείο μπορεί να ζούσε στο κλουβί, είχε όμως όλη τη μέρα παρέα άλλα ζωάκια και ανθρώπινη παρουσία.

Τώρα μπορεί να έχει ένα ολόκληρο δωμάτιο δικό του, αλλά τον τρώει η μοναξιά και έχει μελαγχολήσει. Πολλές φορές όταν μπαίνω μέσα τον βρίσκω να κοιμάται δίπλα στην μπαλκονόπορτα μεσ’ τον ήλιο, που τόσο του είχε λείψει. Κάθομαι και τον χαζεύω λες και είναι μωρό. Μόλις με αντιληφθεί έρχεται τρέχοντας και φωνάζοντας κοντά μου. Και για να φύγω πάλι πρέπει να τον «λαδώσω» με κονσέρβα.

 

 

Τελικά, ούτε αυτή ήταν λύση. Συνεχίζω, λοιπόν, να αγωνιώ καθημερινά για εκείνον, να αναρωτιέμαι μήπως ήταν καλύτερα στο κλουβί, είναι όμως δυνατόν; Ελπίζω κάποιος να διαβάσει την ιστορία του και να έχει το απόθεμα αγάπης, αλλά και τη δυνατότητα (να μην έχει δηλαδή άλλα γατάκια ή να έχουν το ίδιο πρόβλημα) να τον φιλοξενήσει σπίτι του. Θα παρέχω και την τροφή και ό,τι άλλο χρειαστεί, αρκεί να βρει παρέα και αγάπη.

Για μένα θα είναι πάντα ο Χιονογατούλης μου κι ας είναι μεγάλος. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μια γάτα μπορεί να ζήσει πολλά - πολλά χρόνια μετά τα 10, αρκεί να έχει αγάπη και φροντίδα. Θέλει κανείς να μοιραστεί την αγάπη μου για τον Χιονόγατο; Αυτόν τον υπέροχο γάτο, αυτόν το μεγάλο μαχητή, που τόσες φορές έχει αποδείξει ότι δεν το βάζει κάτω κι ότι ξέρει να αγωνίζεται.

 

 

Και τώρα, δίνει και δίνω κι εγώ μαζί του μία ακόμα μάχη, να βρει τη φωλιά του να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του με αγάπη, φροντίδα και συντροφικότητα. Η μοναξιά δεν του ταιριάζει. Θέλει αγάπη άνευ όρων, όχι με δόσεις όπως, δυστυχώς, παίρνει τώρα.

Ποιος θα ανοίξει την αγκαλιά του και το σπίτι του σ’ αυτόν τον υπέροχο γάτο, αυτόν τον ήρωα του γατόκοσμου, τον ήρωά μου, που ξέρει να αγωνίζεται, να αντέχει και να αγαπάει; Όποιος ενδιαφέρεται για το λατρεμένο μου Χιονόγατο να με καλέσει στον αριθμό κινητού τηλεφώνου 6972003083.